Editorial:

Αμφισβητούμε την αναγκαιότητα της επιβίωσης ενός συστήματος που στηρίζεται στην αναπαραγωγή διακρίσεων και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ενός συστήματος που για την αυτοσυντήρησή του στρέφεται σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Παλεύουμε για την οριστική υπέρβαση αυτής της κοινωνίας, για την κοινωνική επανάσταση, την αυτοδιαχείριση και το δημοκρατικό σχεδιασμό της παραγωγής, την κατάργηση των τάξεων.
Αντιστρεφόμαστε την ανάπτυξη του φασισμού και του εθνικισμού, του ρατσισμού και του μιλιταρισμού μέσα στην ίδια την Ελλάδα.
Παλεύουμε για την ενότητα των εργαζομένων πέρα και έξω από σύνορα και πατρίδες. Υποστηρίζουμε τα δικαιώματα των μεταναστών και των εθνικών μειονοτήτων.
Βρισκόμαστε ΑΠΕΝΑΝΤΙ σε κάθε μορφή διακρίσεων, από τις διακρίσεις μεταξύ των εργαζομένων έως την καταπίεση των γυναικών και των Λ.Ο.Α.Τ. (L.G.B.T.).

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Τα ΕΑΑΚ μπροστά σε κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα

Ύστερα από μια σειρά προβληματικών γεγονότων και περιστατικών, τα οποία έλαβαν χώρα σε πανελλαδικό επίπεδο και έχουν μονοπωλήσει το εσωτερικό της κουβέντας των ΕΑΑΚ και ενίοτε ακόμα και την πρακτική των σχημάτων στους φοιτητικούς συλλόγους, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα να τοποθετηθούμε επί αυτών. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν αιτίες που φανερώνουν βαθιές πολιτικές προβληματικές, απόρροια στρατηγικής ελλειμματικής και πολιτικοποίησης, ζητήματα τα οποία πρέπει να δούμε κατάματα αν θέλουμε να τα υπερβούμε.
Πρώτο βήμα για την αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης, είναι κάποια γνωρίσματα της κεντρικής πολιτικής συγκυρίας που παρά το ότι καιρό τώρα αποτελούν κουβέντα στα αμφιθέατρά μας, δεν φαίνεται να έχουμε καταφέρει να τα ξεπεράσουμε. Ξεκινώντας, το κεντρικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να σταθεροποιήσει το πολιτικό σκηνικό εφαρμόζοντας το σύνολο των πτυχών του 3ου μνημονίου και της δεύτερης αξιολόγησης. Κλιμακώνει έτσι την επίθεση στις εργασιακές συνθήκες και τσακίζει το όποιο εργασιακό και συνδικαλιστικό δικαίωμα έχει απομείνει. Αποδεικνύεται επομένως πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε και αποτελεί τον καλύτερο συνεχιστή της αστικής πολιτικής των προηγούμενων χρόνων. Η  αγανάκτηση του κόσμου ενσωματώθηκε πλήρως από αιτήματα  που αφορούσαν την καλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, το οποίο και  συνέβαλε  στο να αδρανοποιηθεί ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας αλλά και του φοιτητικού κινήματος καλλιεργώντας τις αυταπάτες για το σχέδιο αυτό της διαχείρισης του συστήματος ως απάντηση στις σύγχρονες ανάγκες του κόσμου της εργασίας μέσα στην κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε δεν προσπάθησε ποτέ να ενισχύσει τις κινηματικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα τα πρώτα χρόνια της κρίσης, πάνω στα οποία βασίστηκε, αλλά ούτε και να αναβαθμίσει τα αιτήματα τους σε μία ανατρεπτική κατεύθυνση.
Η κατάσταση στους φοιτητικούς συλλόγους, με την ακαδημαϊκή χρονιά να φτάνει στο τέλος της, χαρακτηρίζεται από μικρές κινήσεις με συνελεύσεις να βγαίνουν σε μερικούς συλλόγους -πράγμα που δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την περσινή χρονιά, χωρίς βέβαια να μιλάμε για μια κατάσταση που δίνει προοπτικές όξυνσης ή κλιμάκωσης κάποιας μετρήσιμης αντίστασης. Αυτό είναι πραγματικά προβληματικό αφού η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στις σχολές λαμβάνει χώρα με τις επιμέρους πτυχές της όπως τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, τη σκλήρυνση στους όρους φοίτησης καθώς και τις συνεχιζόμενες περικοπές στις φοιτητικές παροχές ως αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης σε ΑΕΙ και ΤΕΙ πανελλαδικά και δεν υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο για να τα αντιμετωπίσει.
Παρ’ όλα την επίθεση αυτή, το χειμερινό συντονιστικό του Δεκεμβρίου δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα κοινό βηματισμό για να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε με αυτήν. Η κουβέντα του συντονιστικού πολώθηκε για άλλη μια φορά σε δύο ιδεολογήματα που θα μας βγάλουν υποτίθεται από το πολιτικό αδιέξοδο το οποίο περιγράφεται, και τα ιδεολογήματα αυτά δεν είναι άλλα από το ευρύτερο αριστερό μέτωπο και τη διαμόρφωση της ιδρυτικής διακήρυξης.

Η πρώτη πρόταση στηρίζεται στη λογική της δημιουργίας ενός πλατιού αριστερού μετώπου-κομμάτι του οποίου θα είναι και τα ΕΑΑΚ- το οποίο μέσω μιας πιο μαζικής και αποτελεσματικής παρέμβασης θα καταφέρει να κινητοποιήσει τον κόσμο των σχολών. Η εκλογική συνεργασία με την ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ που προτάθηκε και εν τέλει υλοποιήθηκε από μια σειρά σχημάτων τέθηκε υπό αυτήν τη λογική κάνοντας κοινές διαδικασίες, σχήματα, εκδηλώσεις . Η επιλογή αυτή όπως και οποιαδήποτε άλλη πρέπει αφού υλοποιείται να αποτιμάται για να κριθεί η αποτελεσματικότητά της. Η αποτίμηση της μπορεί να είναι μονάχα αρνητική αφού ούτε τα σχήματα αλλά ούτε και οι συλλογικές διαδικασίες μαζικοποιήθηκαν. Κάτι ακόμα που ενισχύει το παραπάνω συμπέρασμα είναι τα αποτελέσματα στις εκλογές και ότι οι κοινές αυτές διαδικασίες δεν συσπείρωσαν άλλον κόσμο πέραν του οργανωμένου στα σχήματα.
Ωστόσο είναι προβληματικό να μην αναγνωρίζεται ακόμα και τώρα το ότι δεν ήταν θετικό το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι η συζήτηση με τις δυνάμεις που καλλιέργησαν την λογική του ΣΥΡΙΖΑ και δεν την έχουν αποτιμήσει επαρκώς, θα μπορούσε να προσελκύσει τον κόσμο των σχολών που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις. Άρα δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι μπορούμε να παράγουμε έναν σωστό σχεδιασμό με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ξεκομμένα από τις μάζες. Το κατά πόσο είναι πετυχημένο ένα σχέδιο ή όχι, κρίνεται στις κινηματικές διαδικασίες γιατί μόνο τότε μπορεί να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα του. Αυτός είναι και ο τρόπος που φαίνεται το κατά πόσο έχει να συμβάλλει ο κάθε χώρος στην συζήτηση εντός του μορφώματος, είτε με σκοπό την διεύρυνση του ή ακόμα και για την υπέρβαση του, γιατί ακριβώς μόνο έτσι μπορεί να φανεί αν απαντάει στις πραγματικές ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας.
Το πολιτικό πρόβλημα που έχει σήμερα το μόρφωμα να απαντήσει στα μέτωπα που ανοίγονται, μπορεί να επιλυθεί μόνο με την ανάδραση με τον κόσμο των συλλόγων που πλήττεται και από τον οποίο έχουμε απομακρυνθεί, εν μέρει εξαιτίας και τέτοιων διαδικασιών. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε ότι η αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή του “ούτε ρήξη, ούτε υποταγή” είναι ίσως κάπως θολή, αλλά πράγματι αντιληπτή από πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου. Αυτός ο κόσμος χάνει την εμπιστοσύνη του στην αριστερά στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι δεν προσπαθούμε να περιγράψουμε ένα, όχι απλά πιο ριζοσπαστικό, αλλά ένα ολότελα ανατρεπτικό σχέδιο. Το να αναμασάμε χρεωκοπημένες αφηγήσεις και η επιμονή σε διαχειριστικές λογικές εντός και εκτός σχολής, θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο απογοητεύσεων.

Η δεύτερη πρόταση που ανοίγεται στα αμφιθέατρα ΕΑΑΚ είναι αυτή μίας διαμόρφωσης διακήρυξης των σχημάτων, που θα περιλαμβάνει και θα συνθέτει μια συνολική τοποθέτηση του αμφιθεάτρου και θα συμβάλλει, κατά τους υποστηρικτές της, στην διαδικασία πολιτικής ενοποίησης του αμφιθεάτρου, αλλά και στην πολιτική αναβάθμιση του μορφώματος. Η “αναγκαιότητα αναβάθμισης” των ΕΑΑΚ που καλείται να φέρει μια διακήρυξη θεμελιώνεται πάνω στην ηττοπάθεια και αδράνεια του φοιτητικού σώματος και της τάξης που πλέον, 25 χρόνια μετά την ίδρυση τους τα σχήματα δεν μπορούν, ξαφνικά , να κινητοποιήσουν και να εμπνεύσουν.
Η πρόταση αυτή χωλαίνει από πάρα πολλές απόψεις, ακόμα και από απλοϊκές αναλύσεις. Αρχικά καλείται να δώσει οργανωτικές λύσεις σε πολιτικά προβλήματα. Αυτή η πρόταση θέτει ερωτήματα στο αμφιθέατρο και στα σχήματα γύρω από οργανωτικά μοντέλα λειτουργίας του μορφώματος, σε μία περίοδο που θα έπρεπε να διαφωνούμε για τα πολιτικά σχέδια με τα οποία θα κινητοποιήσουμε τους συλλόγους μας. Είναι λοιπόν μία εσωστρεφή κουβέντα που δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Ταυτόχρονα, σε αυτή την πρόταση υποβόσκει μία πρόθεση σταδιακής παραταξιοποίησης των ΕΑΑΚ.
Παράλληλα, δεν μπορεί να μην βλέπουμε το συλλογιστικό σφάλμα αυτής της πρότασης. Από την μία αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για ενιαία υλοποίηση, αλλά ο τρόπος που προτείνεται να γίνει αυτό, δηλαδή η διακήρυξη, προϋποθέτει την πολιτική ενιαιότητα. Επομένως, ο στόχος δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αρκεί αυτή η κριτική. Η ενιαιότητα στην υλοποίηση, που είναι όντως υπαρκτή ανάγκη, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυταξία. Ενιαιότητα για την ενιαιότητα, όταν δεν υπάρχει κάποια πολιτική πρόταση, και άρα είναι κουβέντα γύρω από πολιτικές θέσεις, θα γίνει αποκλειστικά με εγκεφαλικούς όρους και δεν θα αποτελεί χρήσιμη κατάκτηση για την δουλειά που θέλουμε να κάνουμε στους συλλόγους μας. Το όποιο σχέδιο υλοποιείται ενιαία πρέπει να προκύπτει από την διαπάλη των γραμμών, πάντα σε σύνδεση και ανάδραση με τις μάζες.

Πρέπει να επισημάνουμε και κάτι ακόμα. Θα έπρεπε να εθελοτυφλεί κανείς για να μην διαπιστώσει ότι μέσα από μια διήμερη διαδικασία εκατοντάδων ατόμων δεν μπορεί να επιτευχθεί μία ουσιαστική κουβέντα αφού, ακόμα και οι υποστηρικτές της αναγκαιότητας αυτής, δεν αντιμετωπίζουν με ανάλογο-δημοκρατικό τρόπο όλες τις τοποθετήσεις της διαδικασίας, με πολλές μεθόδους, τόσο εντός των σχημάτων με τον τρόπο με τον οποίο εν τέλει αποτυπώνεται η σύνθεση των θέσεων των διαδικασιών του, όσο και σε επίπεδο αμφιθεάτρου με τον χρόνο και την προσοχή που δίδεται στις διαφορετικές τοποθετήσεις. Γι΄ αυτό πρέπει μία τέτοια κουβέντα να γίνεται στα σχήματα και σε επόμενο στάδιο να συνολικοποιείται στα συντονιστικά, και όχι το αντίστροφο, το οποίο αποτελεί μια εκβιαστική μορφή επιβολής θέσεων στις μειοψηφικές φωνές του αμφιθεάτρου. Η αλλαγή αυτή δεν οδηγεί σε αδιέξοδα μόνο για φυσιογνωμικούς προφανώς λόγους αλλά και για την ουτοπική πεποίθηση ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος στις φωνές, που απαιτείται για την διαμόρφωση μιας διακήρυξης, εντός του αμφιθεάτρου ΕΑΑΚ χωρίς να υπάρξει αντικειμενική μείωση του περιεχομένου των τοποθετήσεων και των πρακτικών μας (όπως ακριβώς και σε πιθανή άνευ όρων συνεργασία με άλλες δυνάμεις). Η κουβέντα μόνο μέσα από τις κινηματικές διαδικασίες μπορεί να επιτευχθεί, όταν δηλαδή οι αντικειμενικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα είναι τέτοιες ώστε να τραβάνε κάθε μόρφωμα, οργάνωση και αγωνιστή/στρια πίσω τους.

Τι εαακ θέλουμε; Ζητήματα δημοκρατίας και συντονισμού

Καταλαβαίνουμε ότι τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι βαθιά πολιτικά και αντικατοπτρίζουν συνολική προβληματική λειτουργία στο εσωτερικό μας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι αυτά τα ίδια πολιτικά προβλήματα, την τελευταία περίοδο μας οδήγησαν να μην μπορούμε να βάλουμε συντονισμένα την κατάλληλη πολιτική ιεράρχηση και να δώσουμε τις πολιτικές μάχες αποτελεσματικά στους συλλόγους μας. Εδω ερχόμαστε να αναμετρηθούμε και να επεξεργαστούμε συστηματικά το πρόβλημα της δημοκρατίας μέσα στα σχήματα και στις συντονιστικές τους διαδικασίες δηλαδή τα συντονιστικά πόλης και πανελλαδικά διήμερα.
Το ζήτημα της γραφειοκρατίας στο εσωτερικό του κινήματος και των ΕΑΑΚ είναι συχνό φαινόμενο. Οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις στην καταπολέμησή της , τόσο στο εσωτερικό του μορφώματος, όσο και του κινήματος. Στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ, πρέπει να διεκδικήσουμε την ισότιμη εκπροσώπηση όλων των σχημάτων κι όχι ποσόστωση ανάλογα με την επιρροή κάθε οργάνωσης στο εκάστοτε σχήμα, όπως επίσης, και το δικαίωμα διαφορετικές τάσεις και απόψεις που θεωρούν ότι μειοψήφησαν να μπορούν να εκφραστούν και να μην καταπνίγονται. Χωρίς να κρατάμε τα ερωτήματα για την αντικαπιταλιστική αριστερά έξω από τα ΕΑΑΚ και τα σχήματα μας,να μπορούμε ωστόσο να περιφρουρήσουμε τα σχήματα ενάντια στις τάσεις παραταξιοποίησης και τον αποκλεισμό ρευμάτων. Το συντονισμό των διαδικασιών πρέπει να αναλάβει γραμματεία που θα αποτελείται από αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους των σχημάτων και όσους/ες εκτιμούν ότι δεν περιλαμβάνονται στις συνθέσεις των σχημάτων τους. Όλες οι δραστηριότητες και οι θέσεις του σχήματος είναι αναγκαίο να καθορίζονται με τον ισότιμο διάλογο μέσα στο σχήμα, χωρίς “κεκτημένα” και συνεννοήσεις παραγόντων που τα παρακάμπτουν. Δύναμη των ΕΑΑΚ είναι η λειτουργία από τα κάτω. Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους πρέπει να υπερασπιζόμαστε και να επιδιώκουμε τον συχνό συντονισμό και την πρωτοκαθεδρία των σχημάτων μέσα στο δίκτυο έναντι των οργανώσεων στις διαδικασίες. Συντονισμό που δε θα συνίσταται σε μια διαρκή και επαναλαμβανόμενη μονόδρομη ροή αποφάσεων και σχεδίων από πάνω προς τα κάτω, αλλά θα εμπεριέχει την ανατροφοδότηση της βάσης από την κορυφή και το αντίστροφο και γι’ αυτό αλλωστε έχει νόημα να υπάρχει . Πιο  συγκεκριμένες προτάσεις με ένα συνολικό σκεπτικό για την αναμόρφωση των πολύ προβληματικών υφιστάμενων διαδικασιών συντονισμού και εσωτερικής δημοκρατίας των ΕΑΑΚ, με βασικές αρχές είναι :
  • να μιλούν όλα τα σχήματα ως τέτοια (ενάντια σε παραδοξολογίες του τύπου “δημοκρατία δεν είναι γενικώς να μιλάνε όλοι”), πράγμα που θα καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας
  • να εκφράζονται ελεύθερα όλες οι τάσεις και οι μειοψηφίες. Πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε όλους και όλες, που θεωρούν ότι δεν καλύπτονται από την σύνθεση τους σχήματος τους, να τοποθετούνται στα συντονιστικά. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να προκύπτει μέσα από ακραίες πιέσεις και συγκρούσεις που εκθέτουν το μόρφωμα, αλλά να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούν και οι αποφάσεις που παίρνουμε μέσω των κειμένων μας να αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση.
  • οι οργανώσεις να τοποθετούνται ισότιμα και με προβλεπόμενο τρόπο, χωρίς να καμουφλάρονται πίσω από μονοτασικά σχήματα, πράγμα που εντείνει και τις τάσεις προς διάσπαση σχημάτων
  • να καταργηθούν τα “μπλοκάκια” που μοιράζουν τις τοποθετήσεις των σχημάτων με βάση τις “ποσοστώσεις” των οργανώσεων
  • να δίνεται ισότιμος χρόνος σε όλους τους ομιλητές
  • να εκλέγεται γραμματεία αποτελούμενη από όλες τις τάσεις, η οποία θα αναλαμβάνει το συντονισμό στα διαστήματα μεταξύ των ολομελειακών συντονιστικών διαδικασιών, ώστε να ξεπεραστούν τα “παραγοντομαζέματα” που η βάση των σχημάτων δεν μπορεί να ελέγξει
  • Πάνω στο ζήτημα του πως συγγράφονται τα κείμενα, είναι πολύ σημαντικό αυτή η διαδικασία να είναι αποκλειστική δουλειά των αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων των σχημάτων. Δεν είναι δυνατό, αυτό να το αναλαμβάνουν οι εκπρόσωποι των οργανώσεων, χωρίς καμία ανάδραση με την διαδικασία του συντονιστικού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τετρασέλιδα καταλήγουν να είναι απλά η σύνθεση των οργανώσεων και όχι κτήμα και αποτέλεσμα της συζήτησης των σχημάτων. Η δημοκρατία σε αυτό το επίπεδο είναι κάτι που πρέπει να το διεκδικούμε στο τώρα(!) και να μην υπεκφεύγουμε μεταθέτοντας την στο μέλλον, λέγοντας ότι αυτή θα κατακτηθεί μέσα από ένα άλλο οργανωτικό μοντέλο που δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα. Η υπεκφυγή πάνω σε αυτό το ζήτημα αποτελεί πολιτική απόφαση. Θέλουμε δημοκρατικές διαδικασίες τόσο στη συγγραφή του τετρασέλιδου όσο και στην διαδικασία του συντονιστικού συνολικά.
Η επίγνωση της ανεπάρκειας μιας κινηματικής δομής θα πρεπει να μας οδήγει στο χτίσιμο μιας ανώτερης δομής με τα αναγκαία και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά με κριτήριο την αποτελεσματικότητα τους για το κίνημα και όχι στην οπισθοδρόμηση σε συνδικαλιστικά μορφώματα που έχουν δείξει τα ιστορικά τους όρια.

Για το “hot” ζήτημα του διημέρου…
Μέσα από αυτή τη μακροσκελή ανάλυση για την κουβέντα στο εσωτερικό των εαακ, δεν αναλωνόμαστε σε μια ομφαλοσκόπηση που στην πραγματικότητα δεν αφορά κανένα. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι εσωτερικών διαφωνιών, μικροηγεμονιών ή μικροπολιτικής. Οι διαφωνίες εντός του μορφώματος υπάρχουν λόγω των αντιμαχόμενων εσωτερικών σχεδίων για το αν και πώς θα βγει κίνημα, με τι περιεχόμενο, με ποιες δομές κλπ και άρα ως τέτοιες πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι κομβικής σημασίας να μην υποτιμήσουμε ούτε στο ελάχιστο τα γεγονότα του τελευταίου διαστήματος στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, όπως και να μην τα αντιμετωπίζουμε με έναν καφενιακό ή κοτσομπολίστικο τρόπο.
Είναι γεγονός, ότι οι συσχετισμοί στην παρούσα συγκυρία είναι αρνητικοί τόσο σε επίπεδο εχθρού, όσο σε επίπεδο κινηματικού παράγοντα και συμμαχιών, στοιχεία που αναφέρθηκαν και προηγούμενως. Τα σχέδια που προτείνονται εντός του χώρου δείχνουν τεράστια αδυναμία να ξεπεράσουν μια κατάσταση που υπάρχει εδώ και δύο χρόνια -όσο καλά κι αν φαίνεται ότι ξέρουν να την αναλύουν- με αποτέλεσμα να κάνουμε τεράστια βήματα προς τα πίσω, όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο αλλά και την πρακτική μας ως χώρος συνολικά. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το πόσο προβληματικό είναι να περιμένουμε τον ξυλαδαρμό κάποιου φοιτητή από τα τάγματα εφόδου της Χ.Α. για να βγούμε στο δρόμο. Και πόσο ακόμα πιο προβληματικό είναι να έχει υπάρξει ξυλοδαρμός κι εμείς να ΜΗΝ είμαστε στο δρόμο, αν κρίνουμε από την τεράστια απουσία των σχημάτων και την ελλειπέστατη παρουσία του χώρου. Με λίγα λόγια, είναι καταφανές ότι η συγκυρία απαιτεί άμεσα και ισχυρά αντανακλασικά σε επίπεδο δικιάς μας απάντησης, δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για λάθος χειρισμούς ή πολιτικά αδιέξοδα, γι’ αυτό και πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στο τι αντιπρόταγμα θέλουμε εμείς να δώσουμε, ποια είναι η δική μας απεύθυνση, πώς θα καταφέρουμε να εκφράσουμε τις ανησυχίες των συλλόγων, ποιος είναι αυτός ο χάρτης των αιτημάτων που θα πρέπει να υιοθετήσουμε ξεκινώντας από το μικρότερο και καταλήγοντας στο μεγαλύτερο.
Σε μια τέτοια κρίσιμη συγκυριακή κατάσταση, αν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της πολιτικής πρακτικής των σχημάτων στην καθημερινότητα ιστορικά, είναι επόμενο να μην μπορούμε να ανεχτούμε λογικές που βάζουν αναχώματα σε ένα σχέδιο που προσπαθεί να ανασηκωθεί και να περιγράψει κάτι ανά τους συλλόγους. Είναι κομβικό να αναφέρουμε ότι τα εαακ έχουν δομηθεί πάνω στον κοινό σχεδιασμό μέσα από τις διαφωνίες, έχουν βγάλει κινήματα μέσα από αυτές και πιθανά να μην μπορούν να υπάρξουν με τον ίδιο τρόπο χωρίς αυτές τις διαφωνίες. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιο σχήμα διαφωνεί με την πρακτικη ή το περιεχόμενο άλλων σχημάτων ή  αν κάποιος/α αγωνιστής/ρια δεν εκφράζεται από το σχήμα του, ΔΕΝ θα πρέπει να σιωπήσει και να υλοποιήσει ένα άλλο σχεδιασμό. Ίσα-ίσα, τα εαακ οφείλουν να δίνουν χώρο και χρόνο στην πολιτική τοποθέτηση και έκφραση των μειοψηφιών. Όταν όμως ένα σχέδιο ξεχνάει ότι στα εαακ υπάρχουν διαφωνίες και προσπαθεί να τις υπερβεί και να ηγεμονεύσει επί αυτών, θέτει υπό διακύβευση πολλά ζητήματα που εμείς τουλάχιστον θεωρούμε κομβικά για την προοπτική και την ανάδειξη του ταξικού παράγοντα με μαζικό και ισχυρό τρόπο.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, το τελευταίο διάστημα απειλήθηκε με πολλούς τρόπους η έννοια του δικτύου ως τρόπο ύπαρξης, επικοινωνίας και παραγωγής γραμμής των εαακ, η αυτοτέλεια των σχημάτων, η από τα κάτω λειτουργεία τους, η ανάδρασή τους με τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο παρεμβαίνουν και υλοποιούν το σχεδιασμό τους. Τα παραδείγματα είναι πολλά, αλλά θα επιμείνουμε σε μια πολιτική κριτική και αναγνωρίση των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει, ότι μια μειοψηφική λογική όχι απλά εκφράστηκε και ακούστηκε στο σύνολο των σχημάτων, αλλά προσπάθησε να επιβάλλει το σχεδιασμό της με τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με το πώς θέλουμε να λειτουργούν και να υπάρχουν τα σχήματα και κατά συνέπεια και το κίνημα, όσο κι αν κάποιος πιστεύει ότι τον «τρώει το δίκιο». Όταν εδικά η λογική η οποία επιχειρεί να επιβληθεί, το μόνο που έχει να προτάξει ανά τα χρόνια είναι ο ταξικός συμβιβασμός και «η μπάλα χαμηλά» ως ταβάνι πολιτικού περιεχομένου σε όλες τις μάχες τις οποίες τα εαακ έδωσαν ανά περιστάσεις, για εμάς τίθεται πραγματικό ερώτημα του κατά πόσο μια τέτοια λογική έχει να προσφέρει στο κίνημα και στο ίδιο το μόρφωμα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι η στάση απέναντι σε μια λογική και μια πρακτική που δεν βοηθάει τα εαακ να κάνουν βήματα, πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένη. Η λύση σε μια τέτοια διαφωνία δεν είναι σίγουρα το «σφύξιμο» του μοντέλου λειτουργίας των εαακ, ως άμεση απόκρυψη των διαφωνιών και επιβολή της πλειοψηφίας μια και καλή, λογική μάλιστα που επιχειρείται και από το νέο μοντέλο λειτουργίας που θέλει να παρουσιάσει και η μειοψηφική λογική. Από την άλλη, ούτε η εκμετάλλευση της απογοήτευσης που δημιουργεί η συγκεκριμένη διαφωνία για να προταθεί η ενιαιομετωπική λογική που θα τα λύσει όλα διά μαγείας είναι η λύση, πόσο μάλλον όταν στην πραγματικότητα αυτή η λογική φοβάται να αντιπαρατεθεί γιατί πρόκειται για μόρφωμα κοινής ιδεολογικής ρίζας και συμμάχου στον σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος.
Φαίνεται λοιπόν, ότι όλοι σε αυτό το αμφιθέατρο μιλάμε για συντονισμό των εαακ, για ενότητα στη δράση, για κίνημα, για συλλόγους, για εσωτερική δημοκρατία, αλλά το ποιος προσπαθεί όντως για αυτά τα πρωτόλυου επιπέδου ζητήματα είναι πραγματικό ερώτημα. Η θυματοποίηση, η καταγγελιολογία, η παράθεση γεγονότων μακρυά από την πραγματικότητα, η τοποθέτηση που δεν θέλει να δει το περιεχόμενο της διαφωνίας αλλά πιστεύει ότι φταίει ο σεχταρισμός των άλλων και μόνο, επιβεβαίωνει την απουσία επιθυμίας να σχεδιάσουμε από κοινού το επόμενο διάστημα, την εκούσια προσπάθεια διάλυσης του μορφώματος και αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη μη δυνατότητα ζύμωσης όχι απλά με μια λογική που δεν λειτουργεί δημοκρατικά, αλλά με μια λογική που για ακόμα μια φορά στην πραγματικότητα επιχειρεί να στρέψει τα εαακ σε ένα άλλο σχέδιο «ούτε ρήξη ούτε υποταγή».
Αν το πολιτικό περιεχόμενο, ο σχεδιασμός, το δίκτυο, η λειτουργία είναι διακύβευμα στο σήμερα, εμείς οφείλουμε να τα διασφαλίσουμε. Ακριβώς για αυτό, η πολιτική διαφωνία οφείλει να μπει με τρόπο πολιτικό από όλα τα σχήματα, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε βήματα μπροστά ως εαακ, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αναγκαστική ρήξη. Από την άλλη, μπορούμε να επιλέξουμε να αποφύγουμε το πολιτικό ερώτημα, να βγούμε διαλυτοποιημένοι από αυτή τη διαδικασία, να ξοδέψουμε χρόνο στην επανασύγκρότησή μας και να έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο δώρο στον αντίπαλο, με εαακ ανύπαρκτα και αδύναμα. Εμείς θα επιλέξουμε τον πρώτο δρόμο, θα επιχειρήσουμε να σχεδιάσουμε για τις σημαντικές μάχες του επόμενου διαστήματος είτε αυτό λέγεται φοιτητικές εκλογές, είτε 2η αξιολόγηση, είτε νομοσχέδιο για την παιδεία, είτε λέγεται αντιφασισμός, είτε αντισεξισμός και θα προσπαθήσουμε, αν και μία ακόμα μειοψηφική λογική στα εαακ, να δοκιμάσουμε το σχέδιο μας στους συλλόγους και στο κίνημα και όχι στα σπασμένα κεφάλια των συντρόφων και των συντροφισσών.



Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ανακοίνωση-Καταγγελία στις δυνάμεις της ΚΝΕ

Ως ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ καταγγέλλουμε απερίφραστα την τραμπούκικη και οργανωμένη από μεριάς ΚΝΕ, επίθεση σε μέλη των σχημάτων ΕΑΑΚ ΕΜΠ και ΕΚΠΑ την Πέμπτη 23/3. Καταγγέλλουμε επίσης την απαράδεχτη κατηγορία του ΜΑΣ που προηγήθηκε της επίθεσης που παρουσίαζε τα ΕΑΑΚ ως συνεργούς της αστυνομίας και της κυβέρνησης, η οποία στάθηκε και ως αφορμή για τα γεγονότα της Πέμπτης.
Συγκεκριμένα, στην κινητοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας την Τετάρτη 22/3, τα σχήματα της ΕΑΑΚ βρέθηκαν στα πανό των φοιτητικών συλλόγων στηρίζοντας έμπρακτα τα αιτήματα των μαθητών που βρίσκονταν εκεί αλλά και τα αιτήματα των γενικών συνελεύσεων των φοιτητικών συλλόγων. Είναι πεποίθηση μας ότι πέρα από το περιεχόμενο του πολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσονται οι όποιες διεκδικήσεις μας, το αποτέλεσμα ενός αγώνα, κρίνεται επίσης από την μαζικότητα αλλά και από πρακτικές επιθετικής διεκδίκησης. Έτσι, πήραμε την επιλογή να μπούμε στον χώρο του Υπουργείου αψηφώντας τις απαγορεύσεις, εξασφαλίζοντας την είσοδο σε όλους τους φοιτητές και μαθητές, ώστε να μπορέσουμε όντως να ασκήσουμε την πίεση που είναι απαραίτητη ώστε αυτός ο αγώνας να είναι νικηφόρος. Λόγω αυτής της επιλογής μας, κατηγορηθήκαμε ότι προσπαθούμε αντιθέτως να υπονομεύσουμε την κινητοποίηση, καθώς δεν επιθυμήσαμε μια συζήτηση δια αντιπροσώπων, χωρίς το ίδιοτ το φοιτητικό/μαθητικό κίνημα. Η πάγια στάση της ΚΝΕ για κλειστές συζητήσεις αντιπροσώπων, όπως συνηθίζεται στις διαδιακασίες φοιτητικών συλλόγων όπου το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελεί τον χώρο όπου αρχίζει και τελειώνει η πολιτική της, δείχνει την περιορισμένη προοπτική που δίνει στον ίδιο τον αγώνα, διατηρώντας το προφίλ της δύναμηςαπόσβεσης αντιπαραθέσεων και περιχαράκωσής οποιαδήποτε στοιχείου αθορμητισμού που υπάρχει στις συγκρούσεις της ταξικής πάλης.
Την επόμενη μέρα 23/3,η ΚΝΕ, μέσω του ΜΑΣ, επιχείρησε να διαπομπεύσει τον ρόλοι της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στο κίνημα, διατυμπανίζοντας τις κατηγορίες για εξίσωση της δράσης της με την δράση των μονάδων καταστολής της αστυνομίας. Τα βίαια γεγονότα που ακολούθησαν βασίστηκαν σε αυτή την υπερφυσική αφορμή. Μέλη του ΜΑΣ, επιτέθηκαν σε συντρόφους μας στο χώρο του Φυσικού, ενώ τα γεγονότα κορυφώθηκαν στο χώρο της ΣΕΜΦΕ, με μία οργανωμένη επίθεση μελών του ΜΑΣ και του ΠΑΜΕ σε φοιτητές και φοιτήτριες, προξενώντας τους σωματικές βλάβες. Πρωτοφανές ωστόσο είναι και η ακόλουθη στάση της ΚΝΕ, καθώς εκλάπησαν προσωπικά αντικείμενα συντρόφων και συντροφισσών.
Η στροφή στην πολιτική στάση της ΚΝΕ μετά το 2013 και το ξεπούλημα της απεργίας των διοικητικών υπαλλήλων έρχεται να δέσει με μια σειρά τέτοιων γεγονότων πανελλαδικά. Το κλίμα συσπείρωσης που δημιουργούν οι τεχνητές αφορμές λειτουργεί ως αντίβαρο σε ένα γενικότερο κλίμα που η ΚΝΕ όσο και να προσπαθεί να το αποφύγει την έχει περικυκλώσει. Τόσο στο επίπεδο νεολαίας, με την ΚΝΕ να αναλαμβάνει τον ρόλο της υπεύθυνσης αριστερής δύναμης που υπερασπίζεται τα συντηρητικά μικροαστικά συμφέροντα εντός του φοιτητικού κινήματος, όσο, και πιο έντονα, συνολικότερα στα επίπεδα της ταξικής πάλης , με το ΚΚΕ να δίνει στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τον πρώτο λόγο για το πότε θα μπει απεργία για το ασφαλιστικό την άνοιξη του 2015, με όλη την συνδικαλιστική γραφειοκρατία να υποστηρίζει τον σχεδιασμό του και την μάχη να χάνεται, αλλά λίγο νωρίτερα, στο αγροτικό κίνημα, να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στον συμβιβασμό με την κυβέρνηση.
Τα σχήματα ΕΑΑΚ Αθήνας, λίγες μέρες μετά το συντονισμό τους σε επίπεδο πόλης, ήρθαν αντιμέτωπα με δυσκολίες που αφορούσαν τόσο στην αντιμετώπιση της επανεμφάνισης των φασιστών στις σχολές όσο και μίας πολύ επιθετικής ΠΑΣΠ που επίσης κινείται επιθετικά απέναντι σε σχηματίες σε διάφορες σχολές. Ωστόσο, η ΚΝΕ επιλέγει να αποπροσανατολίσει. Αυτή η διαστρέβλωση εκφράζεται καθημερινά και ανέκαθεν, με τις αμέτρητες καταγγελίες και συκοφαντίες προς τα ΕΑΑΚ, ταυτόχρονα με την παντελή απουσία τους ενάντια στις πραγματικές δυνάμεις καταστολής και την φασιστική απειλή. Εδώ μπαίνει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα για τον ποιο θεωρεί εν τέλει εχθρό της η ΚΝΕ.Η συγκεκριμένη τακτική δείχνει ότι η ΚΝΕ βασίζει την επιτυχία του όχι στο αποτέλεσμα της αποτελεσματικότητας της δικής της πρακτικής, αλλά στο κατά πόσο θα απονεκρώσει τα υγειή κομμάτια του κινήματος γύρω της.
Οι αλλεπάλληλες προσπάθειες του αστικού μπλοκ, να υπονομεύσει τους αγώνες της νεολαίας, με ποινικές διώξεις αγωνιστών, με την αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού ασύλου ως ορμητήριο κοινωνικών αγώνων, με όξυνση της καταστολής, με το παραλήρημα των ΜΜΕ περί «κόκκινης ανομίας» κλπ λειτουργούν ως μοχλός πίεσης για την εμπέδωση της αστικής επίθεσης στην νεολαία. Σε αυτή την κατάσταση, η ΚΝΕ αντί να αντιπαρατεθεί με το αστικό ιδεολόγημα που λέει ότι «οι αριστεροί είναι τραμπούκοι» κατέληξε να προσθέτει το επιχείρημα «οι αριστεροί δέρνονται σαν τα σκυλιά στην ΣΕΜΦΕ». Το ζήτημα της υπονόμευσης του πανεπιστημιακού ασύλου είναι μία μάχη που περνά μέσα από την καθημερινή σύγκρουση με το αστικό μπλοκ, δηλαδή ακόμα μία μάχη που η ΚΝΕ αρνείται να δώσει. Στόχος των ΕΑΑΚ είναι το άσυλο να πάρει σάρκα και οστά μέσα από τους μαχητικούς συλλόγους και τις δράσεις τους, και όχι μέσα από μικροπολιτικά παιχνίδια ηγεμονίας.
Συμπερασματικά, δεν μπορεί να υπάρχουν παρερμηνείες ως προς την αιτία των γεγονότων. Μία κομμουνιστική οργάνωση που λόγω των αντιφάσεων της δικής της γραμμής είναι ανεπαρκής στο κίνημα, καταλήγει να είναι ανεπαρκής και για τα ίδια της τα μέλη.  Και όταν αυτά τα μέλη δεν μπορούν να συγκροτηθούν πάνω σε ένα κινηματικό σχέδιο, η γραφειοκρατία αυτών των οργανώσεων διαλέγει να τα ενοποιήσει στην αντιμετώπιση ενός φανταστικού «εξωτερικού εχθρού». Ως ΟΚΔΕ-Σπάρτακος με την παρέμβαση μας στα σχήματα παλεύουμε για την ενιαία έκφραση του κινήματος απέναντι στις αστικές πολιτικές, τους μηχανισμούς και τους εκφραστές της, και σε αυτή την κατεύθυνση, τα ίδια τα σχήματα πάντα καλούσαν όλες τις αριστερές μαχόμενες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της ΚΝΕ, σε κοινή πάλη. Η λογική της διάσπασης του κινήματος, που πρεσβεύει η ΚΝΕ, που την έχει φέρει στο σημείο να απέχει απ’ όλες τις σημαντικές μάχες της γενιάς μας τα τελευταία χρόνια, μας βρίσκει ανέκαθεν αντίθετους και μας έχει φέρει και πολλές φορές σε αναβαθμισμένη αντιπαράθεση. Μία ΚΝΕ που προσπαθεί να ντουρώσει τα μέλη της με ξύλα και την στοχοποίηση αγωνιστών/τριών, που θυμάται τους φασίστες και τους μπάτσους μόνο στα κείμενα της και όχι στην καθημερινή παρέμβαση, που δεν αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα της επιθετικής διεκδίκησης στους αγώνες του σήμερα, είναι μία ΚΝΕ επικίνδυνη για το κίνημα. Τα σχήματα ΕΑΑΚ, που προσπαθούν να συσπειρώσουν όλο το αγωνιζόμενο κομμάτι των φοιτητικών συλλόγων, είμαστε σίγουροι/ες  ότι δεν θα καταδικάσουν απλά τις λογικές αυτές, αλλά θα κάνουν στην πράξη ό,τι περνά απ΄ το χέρι τους, ώστε αυτές να απομονωθούν.

ΟΚΔΕ-Σπάρτακος



Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Η πολιτική συγκυρία σήμερα

Μετά από οχτώ χρόνια συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης, ο καπιταλισμός δεν φαίνεται να σταθεροποιείται ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά. Οι απόψεις ότι η καπιταλιστική οικονομία ανακάμπτει έχουν διαψευσθεί. Όλα δείχνουν ότι η κατάσταση παραμένει ρευστή και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες εξεγερτικές δυνατότητες στο κοντινό μέλλον, παρόλο που ο συσχετισμός δυνάμεων φαίνεται να είναι εναντίον μας.

Η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από την ανάγκη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να περάσει την 2η αξιολόγηση και γι' αυτό πρέπει να ψηφίσει μια σειρά μέτρων εις βάρος της εργατικής τάξης. Επίκεντρο αυτών των μέτρων είναι το νομοσχέδιο για τα εργασιακά που προβλέπει ένα πιο ασφυκτικό περιβάλλον για τους εργαζόμενους/ες, όπως η απελευθέρωση των απολύσεων, οι αλλαγές στην συνδικαλιστική δράση και ο υποκατώτατος μισθός για τους νέους/ες. Η κυβέρνηση προκειμένου να τηρήσει τις μνημονιακές της δεσμεύσεις απέναντι στα ντόπια αφεντικά και τους διεθνείς οικονομικούς και πολιτικούς οργανισμούς, ετοιμάζει ένα νέο γύρο λιτότητας και επίθεσης ενάντια στα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, μιας και η συζήτηση για το ασφαλιστικό φαίνεται να ξανανοίγει σε ένα επόμενο διάστημα. Παράλληλα, οι ιδιωτικοποιήσεις των κοινωνικών αγαθών και του δημόσιου πλούτου συνεχίζονται με τις επιχειρήσεις και τους εργολάβους που τις αναλαμβάνουν να βγάζουν τεράστιο κέρδος.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιλέγει τον ανασχηματισμό του κυβερνητικού επιτελείου, απομακρύνει ή να μεταθέτει, δηλαδή, όσους/ες δεν έφεραν σε πέρας το μνημονιακό τους έργο και τοποθετούνται σε καίριες θέσεις όσοι/ες έχουν καλές σχέσεις με το σκληρό πυρήνα του επιχειρηματικού χώρου. Προφανής είναι εξάλλου η ενίσχυση της ακροδεξιάς συνιστώσας της κυβέρνησης και η υποταγή της στο κοινωνικό συντηρητισμό. Είναι φανερό ότι αυτές οι κινήσεις περισσότερο αντανακλούν την αδυναμία της κυβέρνησης και όχι την ικανότητα της να διατηρεί τον έλεγχο. Την ίδια στιγμή η Δεξιά προσπαθεί να αναδιοργανωθεί και να αντεπιτεθεί, αν και με τόσο απαξιωμένο και φθαρμένο πολιτικό προσωπικό και με την τόσο πρόσφατη οδυνηρή εμπειρία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου είναι δύσκολο να το καταφέρει σύντομα.

Η κυβέρνηση έχει βάλει την υπογραφή της στην κατάπτυστη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, δεν παίρνει θέση για τις επιθέσεις ενάντια στους πρόσφυγες, αλλά αντίθετα συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων σε βάρος των προσφύγων και των μεταναστών/τριών. Ταυτόχρονα, συνεχίζει την αντιδραστική συμφωνία Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, επέκτεινε τη ΝΑΤΟική βάση στη Σούδα και κάνει πολεμικές ασκήσεις στα σύνορα με την Αλβανία και όχι μόνο. Το ελληνικό κράτος δεν μένει αμέτοχο στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Η όξυνση με την Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι μια μονομερής ενέργεια της αυταρχικής κυβέρνησης του διπλανού κράτους, αλλά μια εκατέρωθεν ενδο-ιμπεριαλιστική κοκορομαχία. Πρώτα απ' όλα, σαν αντικαπιταλιστές/στριες, οφείλουμε να αντιταχθούμε στην εμπλοκή του δικού μας κράτους στον πόλεμο, καταγγέλλοντας τις περιφερειακές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της ελληνικής αστικής τάξης.

Η κυβέρνηση συνέχισε να προκαλεί, με την επίσκεψη του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ, και μάλιστα στο τριήμερο του Πολυτεχνείου. Η συνάντηση, μάλιστα, χρησιμοποιήθηκε από το ΣΥΡΙΖΑ σαν μια προσπάθεια αναζήτησης “συμμάχων” και σαν “χαρτί διαπραγμάτευσης”, προκειμένου, υποτίθεται, να βελτιώσει τις “ελληνικές θέσεις” εντός της ΕΕ. Μια πολιτική λογική που μόνο φαντασιακή μπορεί να είναι. Η ΕΕ είναι ένας θεσμός που δεν μεταρρυθμίζεται. Από την άλλη, κανένας πρόεδρος των καπιταλιστικών ΗΠΑ δεν θα βάλει τίποτα πάνω από τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής αστικής του τάξης.
Η επίσκεψη Ομπάμα βρήκε ένα μαζικό κίνημα που συγκρούστηκε με τις ιμπεριαλιστικές λογικές των ΗΠΑ, αλλά και την πολιτική του ελληνικού κράτους. Δεν πρόκειται για μια εχθρότητα εναντίον του αμερικανικού λαού συλλήβδην, ένα μεγάλο μέρος του οποίου ήδη διαδηλώνει μαζικά και μαχητικά εναντίον του νέου προέδρου Τραμπ. Ήταν μια κίνηση εναντίον του πιο επιθετικού καπιταλιστικού κράτους στον κόσμο, με το οποίο το ελληνικό κράτος είναι ιστορικά σύμμαχο. Ήταν μια συνέχεια του κινήματος αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και μετανάστες/στριες, που είχε ξεσπάσει ένα προηγούμενο διάστημα, το οποίο αντιτάσσεται στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τον πόλεμο.

Με βάση τις κατευθύνσεις του 3ου μνημονίου συνεχίζεται και η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση από την πλευρά κυβέρνησης/ΕΕ/κεφαλαίου. Η κρατική χρηματοδότηση των σχολών μειώνεται ολοένα και περισσότερο, κάτι που στρέφει με ξεκάθαρο τρόπο το πανεπιστήμιο στην αναζήτηση νέων πόρων, δηλαδή στην αυτοχρηματοδότηση. Οι ανάγκες καλούνται να καλυφθούν από ιδιωτικά κεφάλαια στο πεδίο επένδυσης που διαμορφώνεται, με το χαρακτήρα του πανεπιστημίου να επιχειρηματοποιείται σταδιακά. Αυτά τα κεφάλαια σταδιακά θα χρησιμοποιούνε τις χορηγίες τους για να ελέγξουν πιο άμεσα την διαδικασία της εκπαίδευσης που παρέχεται, με προφανή σκοπό την εξυπηρέτηση των συγκυριακών τους αναγκών σε εργατικό δυναμικό.

Το προσχέδιο νόμου, που κατέθεσε ο Φίλης, για την εκπαίδευση προβλέπει αύξηση της ποσότητας των μεταπτυχιακών και των προσφερόμενων θέσεων σε αυτά, σε μια κατεύθυνση μεγαλύτερης εξειδίκευσης του μελλοντικού εργατικού δυναμικού, με με ανταλλαγή ένα τέλος εγγραφής. Παρατηρούμε δηλαδή ότι επιχειρείται αύξηση της εξειδίκευσης στον μεταπτυχιακό τομέα, κάτι το οποίο δεν μπορεί παρά να στρώνει στην πραγματικότητα τον δρόμο για την μεταβολή του περιεχομένου και της δομής του προπτυχιακού. Τα πανεπιστήμια θα κληθούν το επόμενο διάστημα να αναδιαμορφώσουν προγράμματα σπουδών που θα ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας (με την εισαγωγή κατευθύνσεων, τον περιορισμό και την εξειδίκευση του επιστημονικού αντικειμένου, κλπ), όπως γίνεται ήδη σε μια σειρά σχολών.

Την ίδια στιγμή, οι διατάξεις και οι ρυθμίσεις που αφορούν το μοντέλο διοίκησης του πανεπιστημίου προτείνουν τη λογική των Συμβουλίων Ιδρύματος, ως θεσμό διαφόρων εξω-πανεπιστημιακών ατόμων και των καθηγητών που συστηματικά συμβάλλουν να υποστηρίζουν τον εκάστοτε εκπαιδευτικό νόμο. Αναδεικνύονται σε ανώτατα αποφασιστικά όργανα ενός ιδρύματος, που σε συνδυασμό με την εκχώρηση όλο και περισσότερης εξουσίας σε άτομα αντί συλλογικών οργάνων, δικαιούνται να μονοπρακτούν και να επιβάλλουν τις επιταγές του Υπουργείου στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα όλο και πιο αντιδημοκρατικό μοντέλο λειτουργίας, που δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε έννοια συλλογικής έκφρασης και διεκδίκησης, αλλά αντίθετα προσπαθεί να επιφέρει την πειθάρχηση των φοιτητών, για να μην αντιδράσουν απέναντι στη εφαρμογή του όποιου νόμου αφορά την φοιτητική τους καθημερινότητα και το μέλλον τους.

Με τις παραπάνω αλλαγές που προετοιμάζονται στο ελληνικό πανεπιστήμιο, γίνεται ξεκάθαρο ότι θα απευθύνεται σε ολοένα και λιγότερους και πιο εκλεκτούς, ενώ ταυτόχρονα ο χαρακτήρας που τον διέπει μετατρέπεται σταδιακά σε επιχειρηματικό. Αυτό σημαίνει ότι για να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια των μειωμένων κονδυλίων, ρίχνει το βάρος του κόστους σπουδών στους φοιτητές επιδιώκοντας να βρεθεί μια τομή ανάμεσα στις παροχές που προϋπήρχαν και στα παρόντα διαθέσιμα κονδύλια. Τα στρώματα που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις απαιτήσεις, απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, είτε με τον άμεσο τρόπο, μη ανταποκρινόμενοι στην καθημερινότητα, είτε με έμμεσο τρόπο, διαλέγοντας έναν άλλο δρόμο μετά το Λύκειο, αυτόν της επαγγελματικής κατάρτισης ή της πρόωρης ένταξης στην παραγωγική διαδικασία ως ανειδίκευτο δυναμικό.

Την ίδια στιγμή που οι δεξιότητες και τα επαγγελματικά δικαιώματα τα οποία παρέχονται σε προπτυχιακό επίπεδο συρρικνώνονται και κατακερματίζονται, δημιουργείται η ανάγκη για εντατική συνεχή εκπαίδευση και μετά το πτυχίο. Αυτό το ατέρμονο κυνήγι προσόντων θέτει τα κομμάτια του φοιτητικού σώματος που αναγκάζονται να εργαστούνε εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας και συγκροτεί περεταίρω ταξικούς φραγμούς και σε ένα επόμενο στάδιο μετά τη σχολή επιμηκύνοντας το απαιτούμενο κόστος. Τα άτομα προσέρχονται στην αγορά εργασίας με άνισες εκπαιδευτικές αποσκευές, με δυνατότητα παροχής πολλών και διαφορετικών επιπέδων ικανοτήτων και ατομικές διαδρομές, που θα εξασφαλίζονται από ένα νέο, πιο ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Βασικός στόχος της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης είναι η διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου εργαζομένου. Μια προσπάθεια που φαίνεται να έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό των σχολών με την όξυνση του ανταγωνισμού και του κοινωνικού κανιβαλισμού μεταξύ των φοιτητών. Δημιουργούνται φοιτητές διαφορετικών ταχυτήτων, και κατ' επέκταση εργαζόμενοι που θα κληθούν να επιβιώσουν πατώντας επί πτωμάτων στην αγορά εργασίας την επόμενη μέρα. Στόχος των επιλογών αυτών, είναι η δημιουργία μελλοντικών εργαζόμενων με πτυχία που θα τους καθιστούν πιο ευέλικτους, πιο αναλώσιμους και πιο πειθήνιους στην αγορά εργασίας. Με λίγα λόγια, το νέο μοντέλο εργαζόμενου έχει συνηθίσει από νωρίς την αλλοτρίωση που πρόκειται να δεχτεί με το που μπει στην παραγωγική διαδικασία. Σ’ αυτό συντελεί και η εξατομικευμένη διαμόρφωση του πτυχίου που δεν αφήνει περιθώριο για συλλογικές διεκδικήσεις και κοινά κεκτημένα, αλλά ανοίγει το νέο δρόμο ατομικής διαπραγμάτευσης με την εργοδοσία. Αυτή η διαδικασία έχει ήδη εκκινήσει με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων που επιχειρεί το νομοσχέδιο για τα εργασιακά. Είναι ξεκάθαρο πως το εργατικό δυναμικό στην περίοδο της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος πρέπει να προσφέρει την εργατική του δύναμη με ολοένα και μικρότερο κόστος και με ολοένα και λιγότερα δικαιώματα.

Κόντρα στην γενικευμένη απογοήτευση και ηττοπάθεια που κυριαρχεί, το φοιτητικό κίνημα οφείλει να δώσει απάντηση στην επίθεση που δέχεται η νεολαία και η εργατική τάξη. Παρόλο που βρισκόμαστε σε μια περίοδο μειωμένης ταξικής πάλης, οι ευκαιρίες για ρήγματα στο σύστημα είναι πολλές και μπορεί να υπάρξει ένα φοιτητικό κίνημα που θα ταράξει τα νερά της υπάρχουσας κατάστασης και να παίξει πρωτοπόρο ρόλο προς μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.


Το φοιτητικό κίνημα οφείλει να μετατρέψει την αναμενόμενη οργή που θα ξεσπάσει σε μια ταξικά προσημασμένη κίνηση, το οποίο είναι εξαρτημένο αδιαμφισβήτητα από ένα πολιτικό μόρφωμα που θα μπορεί να σηκώσει τείχος ενάντια σε κάθε λογική κατευνασμού των αντιπαραθέσεων που θα επιχειρήσει η κυβέρνηση, η οποία εκλέχτηκε στη βάση της υποταγής στη διαπραγμάτευση και της αποδοχής της ταξικής ήττας. Το πολιτικό περιεχόμενο, επομένως, για να ριζώσει ένα, στην προκειμένη περίπτωση φοιτητικό, κίνημα είναι να αμφισβητήσει συνολικά τη διαπραγμάτευση και την συνδιαμόρφωση στις αποφάσεις των αστικών και υπερεθνικών μηχανισμών, προτάσσοντας το συνολικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων.

Και επαγγελματικά δικαιώματα χάσαμε, και αλυσίδες βάλαμε, είχαμε πρόγραμμα (σπουδών).

Oι μεταρρυθμίσεις στον χώρο της παιδείας αποτελούν πάγια ασχολία της εκάστοτε κυβέρνησης προκειμένου να εκμεταλλευτούν με τον χειρότερο τρόπο το μελλοντικό εργατικό δυναμικό. Χρονική τομή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης αποτελεί η υπογραφή της συνθήκης της Μπολόνια τη δεκαετία του ’90 όπου εισάγονται οι βασικές κατευθύνσεις της ΕΕ για τα ζητήματα της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων. Ο νόμος-πλαίσιο Γιαννάκου (2007), ο νόμος για τη Δια Βίου Μάθηση (2010), ο νόμος-πλαίσιο Διαμαντοπούλου (2011)  και ο πιο πρόσφατος νόμος Αρβανιτόπουλου (ο «αναβαπτισμένος» ν. Διαμαντοπούλου-2012) καθορίζουν τη φύση και τη λειτουργία του πανεπιστημίου, τις συνθήκες σπουδών και το εργασιακό μέλλον που προετοιμάζουν. Μία αναμενόμενη απόπειρα εφαρμογής των πτυχών της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης έρχεται με την αλλαγή του προγράμματος σπουδών ανά σχολές, μια συνταγή που ευθυγραμμίζεται με τις κατευθύνσεις του 3ου μνημονίου, τις γραμμές της ΕΕ και την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ. Οι συγκεκριμένες αλλαγές έρχονται σαν συνέχεια όλων των νομοσχεδίων για την παιδεία των τελευταίων χρόνων, με πάγιες αιχμές την αποστίχοιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από το πτυχίο σε μια κατεύθυνση εξειδίκευσης και συνεχούς επανακατάρτισης, τη διάσπαση των πτυχίων και των κύκλων σπουδών και την επιβολή διδακτικών μονάδων σε μια λογική ατομικού φακέλου προσόντων.
Δεδομένου ότι η κουβέντα για τα προγράμματα σπουδών έχει ανοίξει εδώ και καιρό, τόσο στους συλλόγους όσο και στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ, είναι πλέον κεκτημένο και κοινός τόπος ότι το «άνοιγμα» του ζητήματος αυτού δεν μπορεί να γίνει ξέχωρα από την απαίτηση για ενιαιότητα και ισχύ του πτυχίου, τη συσχέτιση με την εργασιακή προοπτική και τις αλλαγές στα επαγγελματικά και εργασιακά δικαιώματα, όσο και από το περιεχόμενο (εντατικοποίηση, φόρτο εργασίας) και το μοντέλο του πειθήνιου-ευέλικτου-ελαστικού εργαζόμενου το οποίο αυτό διαμορφώνει. Αποφεύγοντας λοιπόν να επαναλάβουμε μια ανάλυση που έχει ήδη γίνει, κρίνουμε σκόπιμο να συμβάλλουμε στο άνοιγμα της κουβέντας από μία σκοπιά που επιδιώκει να συζητάει τα ζητήματα που προκύπτουν σε βάθος, ώστε να αντιλαμβάνεται ο χώρος των σχημάτων την πηγή της σκέψης και του λόγου του, αναδεικνύοντας τα εργαλεία που οδηγούν στα εκάστοτε συμπεράσματα ώστε να αναβαθμίζουμε τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουμε στους συλλόγους. Για χάρη της ανάλυσης αυτής, θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αφορά τόσο το περιεχόμενο όσο και την σκοπιμότητα του περιεχομένου του προγράμματος σπουδών, ενώ το δεύτερο αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα παρέμβουμε θέτοντας τις αναγκαίες αιχμές στη βάση των αποφάσεων των φοιτητικών συλλόγων. Πιο συγκεκριμένα:

Για το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών…
Αν θέλουμε να εξετάσουμε το ζήτημα του προγράμματος σπουδών, θα βοηθούσε να το βλέπαμε αρχικά, εντός ενός -γενικού- πλαισίου ανάλυσης του ρόλου που έχει το πανεπιστήμιο και της γνώσης που αυτό παρέχει. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, το πανεπιστήμιο ιστορικά προσαρμόζεται στην προσφορά και τη ζήτηση της αγοράς εργασίας στο εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό σύστημα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις και τις ανάγκες του κράτους όσον αφορά το εργατικό δυναμικό που χρειάζεται. Αυτή τη στιγμή ας πούμε, υπάρχει επιτακτική ανάγκη υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που θα μπορεί να ικανοποιεί τις σύγχρονες ανάγκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είτε αυτό έχει να κάνει με το τι πρέπει να παράγει όσο και με το πόσο «υπάκουα» θα το παράγει, καθορίζει -όπως είναι λογικό- το περιεχόμενο και τους όρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι το αστικό κράτος, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του -να παράγει ευέλικτους πειθήνιους εργαζόμενους προκειμένου να εξασφαλίζει και να διαιωνίζει την κυριαρχία του- βάζει το πανεπιστήμιο σε ένα ρόλο που θα εκτελεί και θα θεσμοθετεί αυτές του τις «επιθυμίες». Με τον τρόπο αυτό, το πανεπιστήμιο «καθρεπτίζει» θα λέγαμε τον ρόλο που έχει το κράτος απέναντι στην κοινωνία, αναπαράγοντας αφενός την ταξική διάρθρωση των μελλοντικών εργαζόμενων -τωρινών φοιτητών και φοιτητριών- και αφετέρου διαμορφώνοντας τη συνειδησιακή αντίληψη του κομματιού αυτού.
Το ζήτημα λοιπόν είναι ότι το περιεχόμενο το οποίο προσφέρεται στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι τέτοιο ώστε να δίνει τα απαραίτητα εφόδια στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, όχι για να ανοίξουν οι ορίζοντές τους, ο τρόπος με τον οποίο σκέφτονται κ.ο.κ. αλλά για να μπορέσουν να τα «βγάλουν πέρα» με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση που προσφέρεται είναι δομικά φορτισμένη με πολύ συγκεκριμένο πρόσημο, προκειμένου να αξιοποιηθεί στην παραγωγική διαδικασία τόσο σε υλικό επίπεδο όσο και σε συνειδησιακό. Σε αυτό το σημείο είναι που μπαίνει -και πρέπει να μπαίνει- ένα πολύ κομβικό ερώτημα: εμείς πώς την αντιμετωπίζουμε; Τη στιγμή που οι φοιτητές και οι φοιτήτριες γίνονται φορείς μιας γνώσης που τους προσφέρεται ως κάτι το ανώτερο και το αδιαμφισβήτητο, χάνοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα ορθολογικής της επεξεργασίας, κριτικής ή ανάπτυξης, η εγκυρότητα των απόψεων, θεωριών, γνωμών, δεν υπόκεινται σε διαλογικό έλεγχο και αντιπαράθεση. Ο συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της γνώσης, έχει προεκτάσεις και στο πως ο κρατικός και εκπαιδευτικός μηχανισμός θέλει να κάνει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες να αντιμετωπίζουν τα πράγματα γενικά, καθώς τα νεαρά μέλη της κοινωνίας δεν πρέπει να μπορέσουν να συλλάβουν την πραγματικότητα (κοινωνική, φυσική) σαν μια πραγματικότητα που πρέπει και μπορούν να καταλάβουν, αλλά να γίνουν απλώς ικανά εκτελεστικά όργανα ενός υπερανθρώπινου λόγου (μιας αντικειμενικής λογικής π.χ. της δικτατορίας της αγοράς, της τεχνολογίας, της επαγγελματικής δομής,...). Η αντίληψη αυτή για τη γνώση απαιτεί μια διαδικασία που «μετατρέπει τους μαθητές σε δοχεία που τα γεμίζει ο δάσκαλος» μέσα από μια «πράξη αποταμίευσης» που ορίζει τη σημερινή «τραπεζική αντίληψη της εκπαίδευσης» (Paulo Freire). Από τα στοιχεία λοιπόν αυτά, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρος ο ρόλος μας στην εκπαιδευτική διαδικασία, και δεν είναι άλλος από την έμπρακτη αμφισβήτηση της παρεχόμενης γνώσης, την κριτική αλλά και τον αντίλογο, χωρίς να εννοούμε ότι η άρθρωση αντί-λογου πρέπει να γίνεται μέσα και κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, καθώς το φοιτητικό σώμα οφείλει να υπερασπίζεται την αυτονομία στη διαχείριση του προσωπικού του χρόνου, μακρυά από λογικές τύπου «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα». Η συνειδητοποίηση -έστω και προσωρινή- της αλλοτριωμένης και αλλοτριωτικής φύσης όχι μόνο της γνώσης που προσλαμβάνουμε από το αστικό πανεπιστήμιο αλλά και κάθε εργασίας που θα έρθουμε να επιτελέσουμε μέσα στην κοινωνία και ταυτόχρονα η μεγάλη ευκολία που δίνεται στην πρόσβαση στις πληροφορίες και τις γνώσεις, επιτρέπουν μια συνολική κριτική ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων της κοινωνικής δυσφορίας και των ελαττωμάτων που βρίσκονται στην ίδια τη φύση της αστικής κοινωνίας. Όλα αυτά εν τέλει, ανεβάζουν σημαντικά την ικανότητα της φοιτητικής αμφισβήτησης να παίξει αποκαλυπτικό ρόλο για την κοινωνική και πολιτική κρίση και καταλυτικό ρόλο στη σύνδεση των φοιτητών/ριών με τα υπόλοιπα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας.

Για τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουμε στα όργανα διοίκησης…
Όταν λοιπόν έχουμε να κάνουμε με έναν τέτοιο τύπο πανεπιστημίου, είναι συνεπές και λογικό να έχουν υπάρξει διάφορες αντιστάσεις ανά καιρούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα κινήματα του ’06-07 και οι διάφορες επιμέρους μάχες, που όλοι/ες, λιγότερο ή περισσότερο γνωρίζουμε. Αυτό που θέλουμε να κρατήσουμε από την εμπειρία αυτή, είναι ότι όταν οι φοιτητές και οι φοιτήτριες κινητοποιούνται, είναι λογικό να υπάρξουν αντιδράσεις από την αντίθετη μπάντα, που θα προσπαθήσουν να ενσωματώσουν και να απορροφήσουν ένα επιθετικό και επικίνδυνο κλίμα. Κάπου εδώ παρουσιάζεται η συνδιοίκηση ως από μηχανής θεός, που έρχεται υποτίθεται να δώσει μια πιο προνομιακή θέση στο λόγο και τη φωνή των φοιτητών και των φοιτητριών, υποτιμώντας το γεγονός ότι μέσω αυτού του εργαλείου, όχι μόνο δεν «ακούγεσαι» περισσότερο, αλλά ίσα-ίσα, είναι σαν να επιλέγεις το δρόμο για την αυτολογοκρισία. Η κριτική αυτή γίνεται, γιατί αν το καλοσκεφτούμε, η συνδιοίκηση ανταλλάσσει ένα πραγματικό όπλο των φοιτητών/ριών (την αυτονομία και την αλληλεγγύη μεταξύ τους) με ένα πλασματικό πλεονέκτημα, την ίση συμμετοχή στα αποφασιστικά όργανα του πανεπιστημίου. Προτείνεται στην πραματικότητα ένας πλαστός-ψεύτικος δημοκρατικός διάλογος (όπως παρουσιάζεται από πλευράς κράτους και διοικήσεων) που θα δημιουργούσε κλίμα συναίνεσης και αντίστοιχες αποφάσεις ανάμεσα στους εφαρμοστές της αστικής πολιτικής του πανεπιστημίου και στις διεκδικητικές αποφάσεις του φοιτητικού κινήματος. Από τη στιγμή λοιπόν που οι ανάγκες των δύο αυτών πλευρών είναι αντιπαραθετικές – η μία πλευρά θέλει να εφαρμόσει και η άλλη να μπλοκάρει-, είναι λογικό η προσπάθεια συνδιαμόρφωσης ή συμβιβασμού στην πραγματικότητα να υπονομεύει τα όργανα του κινήματος και τη μαχητικότητα που μπορεί να πάρει ο αγώνας τους, νομιμοποιώντας στις συνειδήσεις των φοιτητών/ριών τελικά την ίδια τη συνέχιση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και κάνοντας τους να υποτιμήσουν τα δικά τους όργανα, που στηρίζονται στη λογική της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της οργάνωσης από τα κάτω, αντιτασσόμενοι/ες στην αστική πολιτική.
Η παραπάνω περιγραφή, προφανώς δεν καταλήγει στην αποχή μας από τα όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων - σε μια λογική πλήρους απάρνησης και αναγνώρισης των οργάνων επειδή ο ρόλος τους είναι να διασφαλίζουν τη συνέχιση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης (και όχι μόνο). Ίσα ίσα, η παρουσία και η παρέμβασή μας μέσω των αγωνιστικών αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων, όχι σαν διαχειριστές και συνδιαμορφωτές αλλά σαν αμφισβητίες είναι η πράξη που έχει τη ρίζα του στο μαρξιστικό εργαλείο «συνδιοίκηση όχι, έλεγχος ναι» και μπορεί να περιγράψει την έμπρακτη κατάργηση της μυστικότητα των συζητήσεων και των λήψεων αποφάσεων και την εξωτερίκευση στη μάζα των φοιτητών ό,τι «κανονίζεται» ενάντια στα συμφέροντά τους. Με τον «αποκαλυπτικό» ρόλο μας εκεί, πρέπει να δρούμε και επιθετικά, υπερασπιζόμενοι τις άμεσες και μεταβατικές διεκδικήσεις των γενικών μας συνελεύσεων -προς το συμφέρον της πληττόμενης πλειοψηφίας.
Μας γίνεται αντιληπτό πως σαν κατεύθυνση πρέπει να δίνουμε τελικά αποκλειστικό βάρος στην ζύμωση των γενικών συνελεύσεων των φοιτητικών συλλόγων ως μόνα όργανα παραγωγής πολιτικής και οργάνωσης από τα κάτω για τις πραγματικές ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας των συλλόγων, προτείνοντας δηλαδή μια δομή ανεξάρτητη από το πλαίσιο του αστικού κράτους με την οποία το κίνημα θέλουμε -και μπορεί- να απαντάει. Ακριβώς όμως επειδή η οργάνωση του φοιτητικού κινήματος από μόνη της δε θα είναι ποτέ αρκετή, οφείλουμε να περιγράφουμε, γνωρίζοντας πλήρως τις δυσκολίες του συγκυριακής νηνεμίας, μια λογική που θα προτάσσει τη σύμπραξη και τον συντονισμό με το συνδικαλιστικό κίνημα των μισθωτών και των εργαζόμενων κομματιών (ερευνητικό προσωπικό ,διοικητικό προσωπικό κλπ.) μέσα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε μια κατεύθυνσή ένωσης του φοιτητικού και του εργατικού κινήματος.

Τελικά…;
Γνωρίζοντας ότι το πανεπιστήμιο για το οποίο εμείς παλεύουμε προϋποθέτει μια εκ βάθρων ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος, ο ρόλος μας είναι να συνεχίσουμε να αντιπαλεύουμε κάθε αντιδραστική κίνηση που γίνεται με σκοπό να μας στερήσει κεκτημένα ετών και, παράλληλα, προβάλλοντας την δικιά μας αντιπρόταση για το μέλλον. Ενάντια λοιπόν στην πολυδιάσπαση της γνώσης και την εξειδίκευση ,απαντάμε με το αίτημα για ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση και μία σχολή ανά γνωστικό αντικείμενο. Ταυτόχρονα, η διαδικασία με την οποία θα καθορίζεται το περιεχόμενο της παιδείας να συντίθεται τόσο από όσους και όσες συμμετέχουν στην διαδικασία επιμόρφωσης όσο και από τους δέκτες της συλλογικά, δηλαδή όσους θα επηρεάσει αυτή η διαδικασία, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι όροι με τους οποίους το νέο εργατικό δυναμικό θα προετοιμάζεται να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ίδιου και της κοινωνίας. Από αυτό και μόνο γίνεται ξεκάθαρο ότι το ζήτημα της αποφασιστικής δομής του εκπαιδευτικού-επιμορφωτικού μηχανισμού δεν μπορεί παρά να λαμβάνει χαρακτηριστικά άρρηκτα συνδεδεμένα με τον ρόλο που θέλουμε να επιτελέσει αυτός ο μηχανισμός, αλλά εμείς δεν παύουμε και ούτε θα πάψουμε να διεκδικούμε και να πετυχαίνουμε νίκες!


Μια απαραίτητη κριτική στα ΕΑΑΚ

Η προηγούμενη ακαδημαϊκή χρονιά διακρίθηκε από μία ύφεση των συλλογικών διαδικασιών εντός φοιτητικού κινήματος. Η ψήφιση του 3ου μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η οποία είχε καταφέρει σε ένα μεγάλο βαθμό να ενσωματώσει την αγανάκτηση του κόσμου σε αιτήματα που αφορούσαν την καλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, συνέβαλε στο να αδρανοποιηθεί ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας που είχε πιστέψει σε αυτό το σχέδιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε δεν προσπάθησε ποτέ να ενισχύσει τις κινηματικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα τα πρώτα χρόνια της κρίσης, πάνω στα οποία βασίστηκε, αλλά ούτε και να αναβαθμίσει τα αιτήματα τους σε μία ανατρεπτική κατεύθυνση.
Αυτό ωστόσο είναι η μισή αλήθεια διότι αποκρύπτει την δική μας ευθύνη για την κατάσταση αυτή, αρχικά επειδή δεν μπορέσαμε να αντιπροτάξουμε σε αυτό το ιδεολόγημα ένα ανατρεπτικό σχέδιο που να δίνει προοπτική στη νεολαία, αλλά και επειδή και η δική μας αριστερά είχε τις δικές της αυταπάτες σχετικά με την στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να υιοθετούμε μία τοποθέτηση περί ηττοπάθειας και απογοήτευσης της νεολαίας όταν ακόμα και πέρσι ο κόσμος των σχολών σε πολλές περιπτώσεις κατέβαινε στο δρόμο στις απεργίες, έπαιξε πρωτοπόρο ρόλο στο κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, κινητοποιούταν μαχητικά γύρω από θέματα σχολής κτλ ή να αγνοούμε ότι ψήφισε μαζικά το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Αυτά δεν τα λέμε για να ευλογήσουμε τα γένια μας και να δείξουμε ότι το “κίνημα πάει καλά” διότι αυτό θα οδηγούσε σε εφησυχασμό, αλλά γιατί είναι σημαντικό να δούμε ότι υπάρχουν όντως προϋποθέσεις που μας δίνουν τη δυνατότητα να ζυμώσουμε αιτήματα με αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και να πετύχουμε προχωρήματα σε κινηματικό επίπεδο. Είναι επίσης παραδοχή ότι λόγω της ολομέτωπης και σκληρότερης επίθεσης που διεξάγεται σήμερα, πρέπει και η δική μας απάντηση να είναι συνολική και πιο αναβαθμισμένη δηλαδή να συγκρούεται με την υπάρχουσα κατάσταση στο σύνολο της και να μην αρκείται σε επιμέρους ζητήματα αφού κάτι τέτοιο δεν μπορεί να κινητοποιήσει στο σήμερα τη νεολαία. Είναι η αδυναμία να δώσουμε αυτή την απάντηση που οδηγεί και σε απογοήτευση εντός του μορφώματος, δηλαδή το να μπορέσουμε να έχουμε ένα ολοκληρωμένο σύνολο αιτημάτων που να απαντάνε στις ανάγκες και ανησυχίες των φοιτητών. Η μη αναγνώριση αυτού του πολιτικού προβλήματος είναι που οδηγεί στο βιαστικό συμπέρασμα ότι “φταίει ο κόσμος που δεν κινητοποιείται” και καταλήγει και σε λανθασμένα συμπεράσματα για τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα.
Πάνω ακριβώς σε αυτή την λογική έχουν αναπτυχθεί δυο ιδεολογήματα – “μαγικά φίλτρα” σε μια προσπάθεια αποφυγής να αντιμετωπιστεί το πραγματικό πρόβλημα. Η μία αναφέρεται στην οικοδόμηση ενός πλατιού αριστερού μετώπου και η άλλη στην οργανωτική συγκρότηση και σκλήρυνση του εσωτερικού του μορφώματος. Και οι δύο προτάσεις μας βρίσκουν αντίθετους αλλά χρήζουν μίας ιδιαίτερης κριτικής η καθεμία.

Ευρύ αριστερό μέτωπο
Μια σημαντική μερίδα του αμφιθεάτρου των ΕΑΑΚ έβαλε πέρσι πολύ επιτακτικά το ζήτημα της απεύθυνσης μας στις άλλες αριστερές δυνάμεις που παρεμβαίνουν στο φοιτητικό κίνημα στη βάση της οικοδόμησης ενός πλατιού αριστερού μετώπου, κομμάτι του οποίου θα είναι τα ΕΑΑΚ, το οποίο μέσα από μία ανασυνθετική διαδικασία θα μπορέσει να παρέμβει πιο μαζικά και αποτελεσματικά στον κόσμο των σχολών. Στο πλαίσιο αυτό, προτάθηκε και η εκλογική συνεργασία με την ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ, πράγμα το οποίο υλοποίησαν πολλά σχήματα κάνοντας και κοινές διαδικασίες, σχήματα, εκδηλώσεις κτλ. Η αποτίμηση αυτής της προσπάθειας ήταν αρνητική αφού δεν κατάφερε ούτε να μαζικοποίησει τα σχήματα, ούτε να δώσει ώθηση στις διαδικασίες των συλλόγων. Ενδεικτικό ήταν και το αποτέλεσμα των εκλογών αλλά και το γεγονός ότι και οι διαδικασίες που έκαναν τα σχήματα για προετοιμασία αυτής της συνεργασίας δεν συσπείρωσαν κανένα κόσμο πέρα από τους ήδη οργανωμένους στα σχήματα.
Ωστόσο είναι προβληματικό να μην αναγνωρίζεται ακόμα και τώρα το ότι δεν ήταν θετικό το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι η συζήτηση με τις δυνάμεις που καλλιέργησαν την λογική του ΣΥΡΙΖΑ και δεν την έχουν αποτιμήσει επαρκώς, θα μπορούσε να προσελκύσει τον κόσμο των σχολών που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις. Άρα δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι μπορούμε να παράγουμε έναν σωστό σχεδιασμό με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ξεκομμένα από τις μάζες. Το κατά πόσο είναι πετυχημένο ένα σχέδιο ή όχι, κρίνεται στις κινηματικές διαδικασίες γιατί μόνο τότε μπορεί να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα του. Αυτός είναι και ο τρόπος που φαίνεται το κατά πόσο έχει να συμβάλλει ο κάθε χώρος στην συζήτηση εντός του μορφώματος, είτε με σκοπό την διεύρυνση του ή ακόμα και για την υπέρβαση του, γιατί ακριβώς μόνο έτσι μπορεί να φανεί αν απαντάει στις πραγματικές ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας.
Το πολιτικό πρόβλημα που έχει σήμερα το μόρφωμα να απαντήσει στα μέτωπα που ανοίγονται, μπορεί να επιλυθεί μόνο με την ανάδραση με τον κόσμο των συλλόγων που πλήττεται και από τον οποίο έχουμε απομακρυνθεί, εν μέρει εξαιτίας και τέτοιων διαδικασιών. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε ότι η αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή του “ούτε ρήξη, ούτε υποταγή” είναι ίσως κάπως θολή, αλλά πράγματι αντιληπτή από πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου. Αυτός ο κόσμος χάνει την εμπιστοσύνη του στην αριστερά στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι δεν προσπαθούμε να περιγράψουμε ένα, όχι απλά πιο ριζοσπαστικό, αλλά ένα ολότελα ανατρεπτικό σχέδιο. Το να αναμασάμε χρεωκοπημένες αφηγήσεις και η επιμονή σε διαχειριστικές λογικές εντός και εκτός σχολής, θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο απογοητεύσεων.

Διακήρυξη
Η δεύτερη πρόταση που ανοίγεται στα αμφιθέατρα ΕΑΑΚ είναι αυτή μίας διαμόρφωσης διακήρυξης των σχημάτων, που θα περιλαμβάνει και θα συνθέτει μια συνολική τοποθέτηση του αμφιθεάτρου και θα συμβάλλει, κατά τους υποστηρικτές της, στην διαδικασία πολιτικής ενοποίησης του αμφιθεάτρου, αλλά και στην πολιτική αναβάθμιση του μορφώματος. Η “αναγκαιότητα αναβάθμισης” των ΕΑΑΚ που καλείται να φέρει μια διακήρυξη θεμελιώνεται πάνω στην ηττοπάθεια και αδράνεια του φοιτητικού σώματος και της τάξης που πλέον, 25 χρόνια μετά την ίδρυση τους τα σχήματα δεν μπορούν, ξαφνικά , να κινητοποιήσουν και να εμπνεύσουν.
Η πρόταση αυτή χωλαίνει από πάρα πολλές απόψεις, ακόμα και από απλοϊκές αναλύσεις. Αρχικά καλείται να δώσει οργανωτικές λύσεις σε πολιτικά προβλήματα. Αυτή η πρόταση θέτει ερωτήματα στο αμφιθέατρο και στα σχήματα γύρω από οργανωτικά μοντέλα λειτουργίας του μορφώματος, σε μία περίοδο που θα έπρεπε να διαφωνούμε για τα πολιτικά σχέδια με τα οποία θα κινητοποιήσουμε τους συλλόγους μας. Είναι λοιπόν μία εσωστρεφή κουβέντα που δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Ταυτόχρονα, σε αυτή την πρόταση υποβόσκει μία πρόθεση σταδιακής παραταξιοποίησης των ΕΑΑΚ.
Παράλληλα, δεν μπορεί να μην βλέπουμε το συλλογιστικό σφάλμα αυτής της πρότασης. Από την μία αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για ενιαία υλοποίηση, αλλά ο τρόπος που προτείνεται να γίνει αυτό, δηλαδή η διακήρυξη, προϋποθέτει την πολιτική ενιαιότητα. Επομένως, ο στόχος δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αρκεί αυτή η κριτική. Η ενιαιότητα στην υλοποίηση, που είναι όντως υπαρκτή ανάγκη, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυταξία. Ενιαιότητα για την ενιαιότητα, όταν δεν υπάρχει κάποια πολιτική πρόταση, και άρα είναι κουβέντα γύρω από πολιτικές θέσεις, θα γίνει αποκλειστικά με εγκεφαλικούς όρους και δεν θα αποτελεί χρήσιμη κατάκτηση για την δουλειά που θέλουμε να κάνουμε στους συλλόγους μας. Το όποιο σχέδιο υλοποιείται ενιαία πρέπει να προκύπτει από την διαπάλη των γραμμών, πάντα σε σύνδεση και ανάδραση με τις μάζες.
Πρέπει να επισημάνουμε και κάτι ακόμα. Θα έπρεπε να εθελοτυφλεί κανείς για να μην διαπιστώσει ότι μέσα από μια διήμερη διαδικασία εκατοντάδων ατόμων δεν μπορεί να επιτευχθεί μία ουσιαστική κουβέντα αφού, ακόμα και οι υποστηρικτές της αναγκαιότητας αυτής, δεν αντιμετωπίζουν με ανάλογο-δημοκρατικό-τρόπο όλες τις τοποθετήσεις της διαδικασίας με πολλές μεθόδους, τόσο εντός των σχημάτων με τον τρόπο με τον οποίο εν τέλει αποτυπώνεται η σύνθεση των θέσεων των διαδικασιών του, όσο και σε επίπεδο αμφιθεάτρου με τον χρόνο και την προσοχή που δίδεται στις διαφορετικές τοποθετήσεις. Γι΄αυτό πρέπει μία τέτοια κουβέντα να γίνεται στα σχήματα και σε επόμενο στάδιο να συνολικοποιείται στα συντονιστικά, και όχι το αντίστροφο, το οποίο αποτελεί μια εκβιαστική μορφή επιβολής θέσεων στις μειοψηφικές φωνές του αμφιθεάτρου. Η αλλαγή αυτή δεν οδηγεί σε αδιέξοδα μόνο για φυσιογνωμικούς προφανώς λόγους αλλά και για την ουτοπική πεποίθηση ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος στις φωνές, που απαιτείται για την διαμόρφωση μιας διακήρυξης, εντός του αμφιθεάτρου ΕΑΑΚ χωρίς να υπάρξει αντικειμενική μείωση του περιεχομένου των τοποθετήσεων και των πρακτικών μας (όπως ακριβώς και σε πιθανή άνευ όρων συνεργασία με άλλες δυνάμεις). Η κουβέντα μόνο μέσα από τις κινηματικές διαδικασίες μπορεί να επιτευχθεί, όταν δηλαδή οι αντικειμενικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα είναι τέτοιες ώστε να τραβάνε κάθε μόρφωμα, οργάνωση και αγωνιστή πίσω τους.


Αναγκαιότητα για εκδημοκράτηση
Από πλευράς μας, το πρόβλημα του μορφώματος είναι πολιτικό, είναι ζήτημα περιεχομένου και απεύθυνσης. Με αυτή την έννοια, για να μπορέσουμε να βρούμε τον τρόπο για να ξεφύγουμε από την αδράνεια που μας διακατέχει αλλά και την αναποτελεσματικότητα μας να κινητοποιήσουμε τους συλλόγους μας, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ποιους θέλουμε να εκφράσουμε και σε ποια κατεύθυνση. Και αυτή η διαδικασία είναι κατά βάση εξώστρεφη, δεν είναι σε καμία περίπτωση οργανωτικό ζήτημα ή εσωτερικής κατανάλωσης.
Όσον αφορά όμως το εσωτερικό του μορφώματος πρέπει να θιχτεί ένα ακόμα ζήτημα, που αφορά μάλλον και σε μία κακή αποτίμηση που κάνουμε για την περασμένη ακαδημαϊκή χρονιά σχετικά με την εσωτερική λειτουργία μας. Γύρω από το ζήτημα της εκλογικής συνεργασίας με την ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ και συγκεκριμένα το πώς συζήτησαν τα σχήματα στο εσωτερικό τους αλλά και κεντρικά, παρουσιάστηκαν πολλές προβληματικές.
Στις διαδικασίες των σχημάτων που προηγούνταν των συντονιστικών, η συζήτηση σε πολλές περιπτώσεις δεν γινόταν με ειλικρινείς συντροφικούς όρους. Η απεύθυνση που υποτίθεται ότι αναφερόταν σε κινηματικούς κόμβους και δράσεις οι οποίες θα αποτιμούνταν στο εαρινό διήμερο, με σκοπό να διαπιστωθεί αν είναι δυνατό να προχωρήσουμε σε μία εκλογική συνεργασία με τα άλλα αριστερά σχήματα, είναι μία διαδικασία που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, παρόλο που τελικά σχεδόν σε όλες τις σχολές που ήταν δυνατό, αυτή η συνεργασία έγινε(!!!). Ενδεικτικό είναι ότι η κουβέντα ανοίχτηκε μέσα στα σχήματα μόλις λίγες μέρες πριν το χειμερινό διήμερο δίνοντας πολύ λίγο χρόνο στους συντρόφους και τις συντρόφισσες να επεξεργαστούν ένα ζήτημα σαν αυτό της μετωπικής πολιτικής των σχημάτων, που απαιτεί επεξεργασία και χρόνο έτσι ώστε να μπορεί να διαμορφώσει κάποιος άποψη και να συμβάλει έτσι αποτελεσματικά στην κουβέντα. Κάτω από αυτήν την χρονική πίεση είναι που σύντροφοι και συντρόφισσες φιμώθηκαν αφού ακόμα και μία στοιχειώδης διαφωνία με την εκλογική συνεργασία δεν λαμβανόταν υπόψη μιας και δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί πλήρως.
Αυτή είναι μία κατάσταση η οποία καταλαβαίνουμε ότι δεν αφορά όλους τους συντρόφους με τον ίδιο τρόπο αλλά παραγκωνίζει κυρίως τους νεότερους και ανένταχτους. Σε κεντρικό επίπεδο, όλος αυτός ο κόσμος των σχημάτων που διαφωνούσε, δεν κατάφερε να βρει χώρο να εκφραστεί. Πρέπει να δίνεται η δυνατότητα σε όλους και όλες, που θεωρούν ότι δεν καλύπτονται από την σύνθεση τους σχήματος τους, να τοποθετούνται στα συντονιστικά. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να προκύπτει μέσα από ακραίες πιέσεις και συγκρούσεις που εκθέτουν το μόρφωμα, αλλά να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούν και οι αποφάσεις που παίρνουμε μέσω των κειμένων μας να αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση.
Πάνω στο ζήτημα του πως συγγράφονται τα κείμενα, είναι πολύ σημαντικό αυτή η διαδικασία να είναι αποκλειστική δουλειά των αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων των σχημάτων. Δεν είναι δυνατό, αυτό να το αναλαμβάνουν οι εκπρόσωποι των οργανώσεων, χωρίς καμία ανάδραση με την διαδικασία του συντονιστικού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τετρασέλιδα καταλήγουν να είναι απλά η σύνθεση των οργανώσεων και όχι κτήμα και αποτέλεσμα της συζήτησης των σχημάτων. Η δημοκρατία σε αυτό το επίπεδο είναι κάτι που πρέπει να το διεκδικούμε στο τώρα(!) και να μην υπεκφεύγουμε μεταθέτοντας την στο μέλλον, λέγοντας ότι αυτή θα κατακτηθεί μέσα από ένα άλλο οργανωτικό μοντέλο που δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα. Η υπεκφυγή πάνω σε αυτό το ζήτημα αποτελεί πολιτική απόφαση. Θέλουμε δημοκρατικές διαδικασίες τόσο στη συγγραφή του τετρασέλιδου όσο και στην διαδικασία του συντονιστικού συνολικά.