Ανακοίνωση για τα γεγονότα στο συντονιστικό των σχημάτων της ΕΑΑΚ Θεσσαλονίκης

8:08 μ.μ.
Την Πέμπτη 25/10, κατά τη διάρκεια του συντονιστικού ΕΑΑΚ στη Θεσσαλονίκη, γίναμε για άλλη μια φορά αυτόπτες μάρτυρες κινήσεων έντονης βίας και στρατιωτικής επιβολής στο εσωτερικό του μορφώματος με πρωτοπόρα τα μέλη της ΑΡΑΣ. Κατά τη διάρκεια των πρώτων τοποθετήσεων στο συντονισιτκό, τα μέλη της ΑΡΑΣ εμφανίστηκαν με τον συνηθισμένο –πλέον- τρόπο στη διαδικασία (για λόγους αυτοπροστασίας από την ΑΡΙΣ όπως δήλωσαν οι ίδιοι) οδηγώντας σε εντάσεις, διακοπή της ροής και απαίτηση των υπόλοιπων σ/σ για απομάκρυνση των καδρονιών ως προϋπόθεση για να συνεχιστεί η διαδικασία. Παρά το γεγονός ότι η ΑΡΑΣ (…και τα καδρόνια) αποχώρησαν εν τέλει από τη διαδικασία, η προσπάθεια διάλυσης δεν τελείωσε εκεί. Μετά την αποχώρηση της ΑΡΑΝ από το συντονιστικό, η ΑΡΑΣ επιχείρησε την επιστροφή της στο χώρο της διαδικασίας, με αναβαθμισμένου τύπου εξοπλισμό, που και ο πιο αφελής καλοπροαίρετος άνθρωπος δε θα πειθόταν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αμυντικούς λόγους. Η σύγκρουση που ακολούθησε από εκείνη τη στιγμή και μετά, είναι κάτι περισσότερο από κατακριτέα και επικίνδυνη για τα μέλλον των σχημάτων της επαναστατικής αριστεράς.

Πρώτη φορά στα χρονικά, μία δύναμη καταφέρνει να διακόψει και να διαλύσει συντονιστικό των σχημάτων. Η προσπάθεια επίλυσης των διαφωνιών με οργανωτικού και στρατιωτικού τύπου λογικές, βρίσκεται πολύ μακρυά από την αντιπαράθεση πολιτικών σχεδίων που θα δοκιμάζονται στις μάζες, θα αποτιμώνται, και θα κρίνονται ως τέτοια. Μέσω αυτής της καταγγελίας, προσπαθούμε να αναδείξουμε την αναγκαιότητα να ξεφύγουμε από λογικές «μαγαζιού», οργανωτικής επιβολής, στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση. Πρέπει να μείνει σαν κεκτημένο από όλη αυτή την ιστορία, όχι ότι απλά καταδικάσαμε τα ξύλα και την βία, αλλά ότι δεσμευόμαστε να μην επιτρέψουμε να ξανασυμβούν. Απαιτούμε από κάθε οργανωμένη αντίληψη να λογοδοτήσει στα σχήματα για τα “ραντεβού θανάτου” που έδωσε την εκάστοτε φορά, για όλες τις φορές που μετέφερε την οργανωτική αντιπαράθεση με γηπεδικούς όρους, στους συλλόγους και τα σχήματα. Τέτοια περιστατικά δεν είναι απλά ατυχή. Μετατρέπουν αγωνιστές και αγωνίστριες από πολιτικά όντα που παλεύουν συνειδητά, οργανωμένα, ακόμα με τους αναγκαίους συγκρουσιακούς όρους, σε οπαδούς πολιτικών γραμμών που η βία δεν είναι πια μέσο αλλά σκοπός. Αυτή η βία είναι μακρυά από το πεδίο της ταξικής πάλης και μας περιθωριοποιεί από τον κόσμο που θέλουμε να εκφράσουμε.

Από αυτό και μόνο φαίνεται ότι απέναντι σε τέτοιες λογικές δεν αρκεί ούτε η καταγγελία από κάθε οργανωμένη αντίληψη, ούτε η συνέχιση της οργανωτικής αντιπαράθεσης μέχρι την εξόντωση. Είναι ξεκάθαρο ότι μια συγκεκριμένη οργάνωση, η ΑΡΑΣ, είναι που κάθε φορά πρωτοστατεί στην πρόκληση βίαιων σκηνικών. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η συγκεκριμένη οργάνωση προσπαθεί, αυξάνοντας συστηματικά μια απολίτικη και όλο και συχνότερα βίαιη πόλωση, να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο κεντρικό πολιτικό σχέδιο μέσα στα φοιτητικά αμφιθέατρα. Απέναντι σε αυτό, βέβαια, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε με κανένα τρόπο ότι η αντεκδίκηση είναι η απάντηση και ο τρόπος με τον οποίο θα επιλύονται οι διαφωνίες. Τέτοιες λογικές, οφείλουν να απομονωθούν από τις διαδικασίες και τους κοινωνικούς μας χώρους, αν θέλουμε να μιλάμε για σχήματα που προσπαθούν να στρατεύουν νέους και νέες αγωνιστρές/ριες που αντιλαμβάνονται τα καθήκοντά τους ως κάτι παραπάνω από χουλιγκανισμό, τραμπούκισμα και επιβολή.

Κάθε οργάνωση και τάση πρέπει να δεσμευτεί απέναντι στα σχήματα, τόσο για τις διαδικασίες τους, όσο και για τους συλλόγους στους οποίους παρεμβαίνουν, στους οποίους οι τραμπούκοι δε δίστασαν να εκθέσουν την «πολιτική» τους πρακτική. Δεν γίνεται η ενδοαριστερή βία να σχετικοποιείται, δηλαδή να κάνουμε απλοϊκές συγκρίσεις τύπου “και με τους μπάτσους τις παίζουμε” ή να λέμε ότι όποιος οριοθετείται από τέτοιες συμπεριφορές “καταδικάζει την βία από όπου κι αν προέρχεται” όπως οι δεξιοί. Όπως δεν γίνεται και οργανώσεις που έχουν δεχτεί στο παρελθόν οι ίδιες αντίστοιχη ενδοκινηματική βία σήμερα να σχετικοποιούν τις ευθύνες, στο όνομα των κεντρικοπολιτικών τους συγγενειών.
Κλείνοντας το κομμάτι της καταγγελίας απέναντι στην προσπάθεια της ΑΡΑΣ να διαλύσει τη διαδικασία του συντονιστικού Θεσσαλονίκης και την οργανωτίστικη συνέχεια που δόθηκε, οφείλουμε να πάμε την κουβέντα ένα βήμα παραπέρα. Η κατάσταση είναι δυναμική. Πρέπει να δούμε την κατάσταση επαναπροσδιορισμού κάποιων οριοθετήσεων στο εσωτερικό του μορφώματος, ως κινητικότητα προτού σταθεροποιηθούμε σε μια νέα θέση. Το ζήτημα είναι ποια θέση θα είναι αυτή. Με λίγα λόγια, αν η επόμενη μέρα, θα βρει την αντικαπταλιστική αριστερά, αν όχι ενδυναμωμένη, τουλάχιστον διακριτή και χρήσιμη ούτως ώστε να έχει τα εργαλεία και την αυτοτέλεια να διαμορφώσει περιεχόμενο και σχέδιο για το κίνημα. Η άλλη περίπτωση είναι να την βρει περιθωριοποιημένη, διασπασμένη και ενοποιημένη κάτω από πολιτικές ομπρέλες δίχως περιεχόμενο, που θα τα λένε όλα και τελικά δεν θα λένε τίποτα. Προτάσεις που δεν βλέπουν έτσι την κατάσταση θα οδηγήσουν σε νέες υποχωρήσεις, νέες ήττες και απογοητεύσεις του ανένταχτου δυναμικού των σχημάτων ή και οργανώσεων. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι καιρός να πάμε την κουβέντα ένα βήμα παραπέρα ως προς το περιεχόμενό της. Και αυτό δε θα γίνει, αν συνεχίζουμε να προτάσσουμε είτε τις μετωπικές λογικές χωρίς κανένα περιεχόμενο ως λύση, είτε την παραταξιοποίηση ως τρόπο αντιμετώπισης της κρισιακής κατάστασης στο εσωτερικό μας. Όσο κι αν προσπαθούμε να εφευρίσκουμε πρακτικές λύσεις, αυτές δεν θα καταφέρουν να απαντήσουν στα πολιτικά ερωτήματα που μπαίνουν και να μας πάνε ένα βήμα πιο μπροστά.

Υπό αυτό το πρίσμα, επιμένουμε ότι το πρόβλημα είναι πολιτικό και όχι οργανωτικό. Είτε θα κάνουμε τις απαραίτητες ρήξεις, είτε θα συνεχίσουμε να μιλάμε με συναισθηματικούς όρους για την ταμπέλα που λέγεται ΕΑΑΚ. Αν δεν αφήσουμε πίσω μας τα εγκεφαλικά σχέδια, την εσωστρέφεια και την έλλειψη κριτηρίων δεν θα καταλάβουμε ότι η κρίση στην οποία βρισκόμαστε απαιτεί συγκεκριμένη δράση. Έχει να κάνει με τα καθήκοντα που έχουμε προς το κίνημα όπως τα θέτει η πραγματικότητα. Η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση όπως εκφράζεται με το νόμο Γαβρόγλου έχει προλάβει να δείξει τον δρόμο, πριν από μας. Το ίδιο, και οι συνελεύσεις που έλαβαν χώρα σε μία σειρά από συλλόγους, την στιγμή μάλιστα που εμείς δεν μπορούσαμε να ορίσουμε κινητοποιήσεις που να συμμετέχουν όλα τα σχήματα. Καθήκον μας είναι να επεξεργαστούμε μία μεθοδολογία για το πως θα παλέψουμε για δημόσια και δωρεάν παιδεία μέσω ενός ενιαίου εκπαιδευτικού μετώπου, πώς θα διεκδικήσει το φοιτητικό κίνημα μόνιμη και σταθερή δουλειά πλάι στο εργατικό κίνημα.

Αν θέλουμε λοιπόν να συζητήσουμε για απομόνωση λογικών, επανίδρυση των σχημάτων κλπ θα πρέπει να βάλουμε στην κουβέντα πολιτικά κριτήρια και να σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια στα αντιπαραθετικά σχέδια που υπάρχουν στο εσωτερικό μας. Θα πρέπει να αναπτύξουμε το σχέδιο που έχει ως άξονα το κίνημα και την ριζοσπαστικοποίηση του, στην βάση ενός ανατρεπτικού πολιτικού περιεχομένου και να απομονώσουμε μια λογική διαχειριστική και συνδιαχειριστική. Αυτή είναι η λογική που από την μία έβλεπε “νίκες” σε νομοσχέδια του ΣΥΡΙΖΑ για να μας κάνει ακολουθητές του, και από την άλλη στο κίνημα έβλεπε μόνο “ήττες” για να επιβάλει συνεργασίες με τον ρεφορμιστικό χώρο. Ένα σχέδιο που έχει ως προϋπόθεση να υπάρχει μια ρευστή κατάσταση στην αντικαπιταλιστική αριστερά, να μην μπορεί δηλαδή αυτή να χαράξει ένα καθαρό, ανεξάρτητο και διακριτό πολιτικό σχέδιο.

Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να αποτιμήσουμε και κάτι άλλο. Εδώ και δυόμιση χρόνια η αδράνεια έπαιρνε την θέση της αναγκαίας πολιτικής αντιπαράθεσης, αποδόμησης και εκτοπισμού ενός τέτοιου διαχειριστικού σχεδίου. Πρέπει να αποτιμήσουμε αυστηρά την συνειδητή επιλογή να δοθεί χώρος σε αυτές τις αντιλήψεις. Οι μεσοβέζικες λύσεις που ντύθηκαν με δήθεν αριστερά περιτυλίγματα και στο πίσω μέρος του μυαλού είχαν την ενότητα για την ενότητα. Η απόδοση των προβλημάτων στις οργανωτικές ελλείψεις που παραβλέπουν τα πολιτικά προβλήματα. Η φίμωση και το κουκούλωμα των διαφωνιών “προς αποφυγήν της εσωστρέφειας”. Όποιος και όποια ακόμα θεωρεί ότι σε αυτή τη φάση, ο κατευνασμός, οι ίσες αποστάσεις, το να λέμε κάτι και να εννοούμε κάτι άλλο, να λέμε κάτι και να πράττουμε κάτι άλλο κτλ είναι χρήσιμα, θα είναι συνυπεύθυνος/η για την περαιτέρω κλιμάκωση της διάλυσης. Κάτι τέτοιο θα αποβεί μοιραίο για την ύπαρξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια.


Ο ρόλος μας αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε να συνεχίσουμε την οργανωτική αντιπαράθεση, ούτε να μιλήσουμε για τα ΕΑΑΚ αξιακά και συναισθηματικά, στα πλαίσια μιας επανίδρυσης. Ο ρόλος μας είναι να εκφράσουμε τον σχεδιασμό μας για το επόμενο διάστημα, και πάνω σε αυτόν να υπάρξουν οι αναγκαίες ρήξεις με όποια αντίληψη (και όποια οργάνωση) δεν χωράει σε αυτή τη λογική. Μέσα από μια τέτοια λογική, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για σχήματα που είναι επιτέλους χρήσιμα για τις ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας. Σχήματα που δουλεύουν στους συλλόγους, αποτιμούν, επαναπροσδιορίζουν κ.ο.κ. Σχήματα που εκφράζουν αυτοτελώς την αντικαπιταλιστική αριστερά στα πανεπιστήμια και βρίσκονται στο δρόμο με όλες τις αριστερές δυνάμεις. Οποιαδήποτε αντίληψη δεν θέλει να συζητήσει πάνω στο σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος, μπορεί να μην το κάνει.



Ένα μέτρο γη για κάθε σεξιστή!

10:07 μ.μ.
Αυτό είναι ένα κείμενο-καταγγελία που καμία και κανείς δε θα ήθελε να διαβάζει αυτή τη στιγμή. Καμία και κανείς δεν θα ήθελε διαβάζει για τον ξυλοδαρμό μιας συντρόφισσας από έναν «σύντροφο». Τη στιγμή όμως που ένα τέτοιο γεγονός έλαβε χώρα, όχι απλά θέλουμε να γράψουμε γι’ αυτό, αλλά απαιτούμε να πάρουν άμεσα όλες και όλοι θέση.
Πριν λίγες μέρες λοιπόν, ενημερωθήκαμε ότι συντρόφισσα που συμμετέχει σε σχήμα της ΕΑΑΚ ξυλοκοπήθηκε από τον ερωτικό της σύντροφο, ο οποίος συμμετέχει επίσης στα ΕΑΑΚ. Ένας άνθρωπος που στην καθημερινότητά του (υποθέτουμε ότι) παλεύει για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία ισότητας, παρεμβαίνει για την ανάδειξη του δίκαιου των καταπιεσμένων, εναντιώνεται στην φτώχεια, την ανεργία, τον φασισμό –και δεν ξέρουμε κι εμείς τι άλλο-, έδειρε την κοπέλα με την οποία μοιραζόταν την ερωτική του ζωή.
Πρώτο και κύριο: δεν μας ενδιαφέρει και δεν πρέπει να ενδιαφέρει κανέναν και καμία το πώς, το γιατί, οι λεπτομέρειες. Υπάρχει μια γυναίκα με μώλωπες και μια δημόσια καταγγελία. Δε χρειάζεται κάτι άλλο για να αποδεχτούμε όλοι και όλες ότι ένα περιστατικό σεξουαλικής βίας συνέβη, και μάλιστα από ένα «καλό παιδί». Δε χρειάζεται να μιμηθεί κανείς νεοφιλελεύθερες συμπεριφορές αντρών, που για να παραδεχτούν ότι κάποιος έπραξε σεξιστικά πρέπει πρώτα να σιγουρευτούν ότι η γυναίκα δεν ήταν προκλητική με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οποιαδήποτε αναφορά προσπαθήσει να υπονοήσει είτε δημόσια είτε σε χαλαρή κουβέντα ότι «ίσως να τον προκάλεσε και λίγο», «είχε τα δίκια του κι αυτός όμως», θα τσακίζεται. Για τους πιο κακόπιστους δε, που δεν τους αρκεί καμία πληροφορία για να πειστούν, ας αναλογιστούν ότι καμία γυναίκα δεν έχει κάτι να κερδίσει από το να καταγγείλει κάτι που δεν έγινε, πόσο μάλλον δημόσια.
Έχουμε ένα θύμα και ένα θύτη λοιπόν, κι αυτό πρέπει να καταστεί σαφές.
Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, η κακοποίηση αυτή οφείλει να γνωστοποιηθεί παντού. Μην ξεχνάμε, ότι στη μεγάλη τους πλειοψηφία τα περιστατικά κακοποίησης μένουν πολύ καλά κρυμμένα, εσωτερικεύονται, ενοχοποιούνται, λέγονται εμπιστευτικά σε ένα μόνο ζευγάρι αυτιών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κάθε γυναίκα να νιώθει αδύναμη, να νομίζει ότι είναι μόνη της απέναντι στο αντρικό χέρι και μάτι, ότι αποτελεί εξαίρεση, ότι στην τελική δεν μπορεί να κάνει και κάτι ή ακόμα χειρότερα ότι μπορεί να έκανε κάτι λάθος. Δεν είναι έτσι. Από την 14χρονη στη Λάρισα μέχρι την Π. στο Ναύπλιο, ο σεξισμός είναι παντού και ο δικός μας ρόλος είναι να τον γνωστοποιούμε και να τον τσακίζουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν πρέπει να κρύβουμε τίποτα κάτω από το χαλάκι. Όλα τα σχήματα της ΕΑΑΚ πρέπει να μάθουν ότι συνέβη ένα τέτοιο περιστατικό, και ποιος ήταν ο πρωταγωνιστής της κακοποίησης. Με λίγα λόγια, οφείλουμε να δράσουμε χωρίς κανένα συναισθηματισμό απέναντι στον «σύντροφο», αλλά ίσα ίσα να συμπεριφερθούμε ακριβώς όπως θα συμπεριφερόμασταν στον εκάστοτε επίδοξο βιαστή.
Μπορεί ένα τέτοιο γεγονός να ντροπιάζει μια αριστερά που θέλει να λέγεται αντιπρόταγμα και πρωτοπορία, αλλά αν υπάρχουν υγιή κομμάτια μέσα σε αυτήν, αυτά οφείλουν να υπερασπιστούν μια συντρόφισσα η οποία είχε το θάρρος να καταγγείλει ένα τέτοιο γεγονός, να το συλλογικοποίησει και να καλέσει σε δράση. Οφείλουμε με λίγα λόγια, από τη μία να καταστήσουμε ορατό ότι υπάρχει σεξισμός, βία, βιασμοί, παρενοχλήσεις, σε κάθε ευκαιρία, γιατί όπως γίνεται φανερό υπάρχει τεράστια δυσκολία να πειστούμε. Και από την άλλη, οφείλουμε να κάνουμε κάτι για αυτό. Υποτίθεται βρισκόμαστε σε ένα χώρο που ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα και την καθεμία άλλωστε ότι η οποιαδήποτε επίθεση απαιτεί συλλογική απάντηση. Από κει και πέρα, αν καταφέρει ο χώρος να αντιληφθεί ότι υπάρχει σεξισμός  και γενικά και ειδικά, καλά θα κάνει να μιλήσει για αυτόν. Αν δε για κάποι@ είναι άβολο να μιλήσει καταγγελτικά για έναν «σύντροφο», εμείς θα θυμίσουμε ότι μπροστά στη σωματική ακεραιότητα μιας γυναίκας, τα μικροπολιτικά παιχνίδια δεν υπάρχουν ούτε ως σκέψη.
Εμείς από τη μεριά μας, πιστεύουμε ότι αυτό το περιστατικό θα μπορούσε να μην έχει συμβεί. Θα μπορούσε να μην έχει συμβεί, αν η αριστερά είχε μάθει να υπερασπίζεται το γυναικείο ζήτημα όπως υπερασπίζεται το προσφυγικό. Όταν οι άνθρωποι που εξεγείρονται όταν κάποιος στην παρέα πει ένα ρατσιστικό «αστειάκι», εξεγερθούν με τον ίδιο τρόπο όταν ειπωθεί ένα σεξιστικό «αστειάκι». Όταν συνειδητοποιήσουν ότι οι αντιθέσεις που ονομάζουν δευτερεύουσες, καμιά φορά καταλήγουν και σε κακοποιήσεις. Η αλήθεια είναι, ότι –ακόμα κι αν για κάποιους αυτό είναι άβολο- ο σεξισμός δεν είναι δευτερεύουσα αντίθεση. Η αλήθεια είναι ότι ο σεξισμός είναι από τις πιο διαδεδομένες διακρίσεις –αν όχι η πιο διαδεδομένη. Άλλωστε η γυναικεία καταπίεση είναι η πιο παλιά μορφή ταξικής κατίσχυσης. Αν δεν πειθόμαστε, ας σκεφτούμε το μέγεθος της φυσικοποίησής του στην κοινωνία. Τον τρόπο με τον οποίο έχει γίνει από τις επικρατέστερες μορφές διάκρισης. Ο σεξισμός λοιπόν είναι μία από τις πολλαπλές καταπιέσεις που δέχεται η γυναίκα. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήταν γόνιμο να διαλέγουμε στρατόπεδο με την ίδια ευκολία που διαλέγουμε στρατόπεδο όταν συζητιέται το προσφυγικό ή ο αντιφασισμός. Χωρίς κανένα ίχνος σκεπτικισμού, το ρεύμα που υπερασπίζεται τον αντιφασισμό πρέπει να μάθει να υπερασπίζεται και τη γυναικεία απελευθέρωση. Με τον ίδιο ακριβώς μαχητικό τρόπο.
Ta σχήματα της ΕΑΑΚ όμως εδώ και χρόνια δείχνουν τεράστια αδυναμία να το καταλάβουν αυτό, με αποτέλεσμα να υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία πάνω στο κομμάτι του αντισεξισμού, ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού κ.ο.κ. Η απουσία από το φεμινιστικό κίνημα, η υποτίμηση των κινητοποιήσεων, η έλλειψη εμβάθυνσης στο γυναικείο, γίνονται συνειδητά εδώ και χρόνια και έχουν ως φυσική συνέχεια την αναπαραγωγή ενσωματώσιμων και επικίνδυνων λογικών γύρω από το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης. Η αποχή από τον φεμινισμό άλλωστε, είχε ως αποτέλεσμα το περσινό αμφιθέατρο ΕΑΑΚ να εξισώνει με περίσσεια αυτοπεποίθηση τη βία του κινήματος με την ενδοοικογενειακή βία ή να δίνεται πολιτική στέγη από οργανώσεις σε «συντρόφους» που κατηγορήθηκαν για σεξουαλική παρενόχληση, όπως παλιότερα και εντέλει να αποχωρεί από τον χώρο το θύμα και όχι ο θύτης.  Για να γίνονται τα πράγματα ξεκάθαρα, λοιπόν, αντισεξισμός δεν είναι να μην κάνουν οι κοπέλες περιφρούρηση για να μην χτυπηθούν. Αντισεξισμός είναι να ΜΗ δέρνεις την κοπέλα σου.
Σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό, θεωρούμε ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός. Τόσο στην μεγάλη εικόνα, όσο και στη μικρή, φαίνεται με μεγάλη λύπη να υπάρχει μια φυσική συνέχεια. Από τη μία, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και ανόδου της ακροδεξιάς, η πατριαρχία δένεται θαυμάσια με τις ανάγκες του καπιταλισμού και άρα αναπαράγεται γοργά, με ενδεικτικά τα ποικίλα παραδείγματα κακοποίησεων για τα οποία κάνουμε λόγο το τελευταίο διάστημα. Από την άλλη, η αμφιβολία για την ιεράρχηση του γυναικείου ζητήματος της γυναικείας καταπίεσης στο εσωτερικό του μορφώματος και τον καθημερινό λόγο των σχημάτων, γαλουχεί τους συντρόφους και τις συντρόφισσες σε λογικές που αναπαράγουν την πατριαρχία αντί να προτάσσονται απέναντι σε αυτή. Πραγματικά, δεν ξέρουμε τι άλλο πρέπει να γίνει για να γίνει κατανοητό ότι ο αντικαπιταλιστικός αγώνας δεν μπορεί παρά να συνδέεται άμεσα με τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία. Η απελευθέρωση των καταπιεσμένων από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση, αλλά και από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που τις γεννά, δεν νοείται χωρίς τη χειραφέτηση των γυναικών. Οφείλουμε λοιπόν να στηρίξουμε με κάθε τρόπο κινήσεις που επιδιώκουν να απομονώσουν καταπιεστικές σεξιστικές συμπεριφορές, οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να ενισχύσουμε την αντισεξιστική και φεμινιστική συνείδηση και πρακτική εντός και εκτός του κινήματος. Η πρακτική των ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα λοιπόν, δεν μπορεί να διακατέχεται από επιχειρήσεις σεξιστικών ξυλοδαρμών στην προσωπική ατομική σφαίρα. Η πρακτική άλλωστε, είναι αυτή που ορίζει την ποιότητα του κινήματος, και όχι τα λόγια. Ακριβώς γι’ αυτό, στα σχήματα της ΕΑΑΚ στα οποία παρεμβαίνουμε και συνυπάρχουμε, δεν χωράνε λογικές τύπου «καλό παιδί, αλλά σεξιστής». Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε στα αφισάκια μας ότι «οι βιαστές είναι άντρες καθημερινοί», οφείλουμε να το υπερασπιστούμε στην πράξη. Οφείλουμε να μη δίνουμε κανένα άλλοθι στους καθημερινούς άντρες. Οφείλουμε να παρέχουμε υγιή και ασφαλή πολιτική στέγη στις συντρόφισσές μας. Όταν τίθεται ζήτημα υπεράσπισης των σχημάτων και της λογικής που αυτά πρεσβεύουν, πρέπει να είμαστε ξεκάθαρ@ για το αν θέλουμε τέτοια άτομα πλάι μας στο κίνημα. Κι εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε να βρισκόμαστε στην ίδια αλυσίδα με αυτό τον «σύντροφο». Οι υπόλοιπες οργανώσεις και όλα τα σχήματα θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν αν μπορούν να το φανταστούν.
Αρνούμαστε να είμαστε στον ίδιο πολιτικό χώρο με αυτόν. Φασίστες, ρατσιστές και σεξιστές σας ψάχνουμε!
Ελπίζουμε αυτό το κείμενο να σε προσβάλλει.
Φοιτητική ομάδα ΟΚΔΕ - Σπάρτακος


ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΗΡΙΑΝΝΑΣ Β.Λ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ Μ.

10:03 μ.μ.
Η δεύτερη κατά σειρά απόρριψη από το πενταμελές εφετείο αναστολών της αίτησης αναστολής εκτέλεσης ποινής της Ηριάννας και του Περικλή και η συνέχιση της φυλάκισής τους, προκαλεί οργή και αγανάκτηση σε κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο, σε όλο τον λαό και τη νεολαία. Αποτελεί πρόκληση τεραστίων διαστάσεων και επίδειξη ισχύος από την πλευρά ενός ολόκληρου συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης, που στέλνει μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση για τη δυνατότητά του να τσαλαπατάει και να καταδικάζει σε ομηρία ανθρώπους, ακόμα και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Φαίνεται πως η δικαστική σκευωρία τρομοκράτησης, που οδήγησε στον αρχικό εγκλεισμό των δύο νέων ανθρώπων, συνεχίζει να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αποκαλύπτεται, για άλλη μια φορά, το πραγματικό πρόσωπο της «ουδέτερης» αστικής δικαιοσύνης, η οποία την ίδια στιγμή που καταδικάζει την Ηριάννα και τον Περικλή, αφήνει ελεύθερους να αλωνίζουν φασίστες σαν τον δολοφόνο Ρουπακιά και κάθε λογής εκπροσώπους του σάπιου συστήματος που είναι ταγμένη να υπηρετεί. Ποινικοποιώντας, εν προκειμένω, μέχρι και τις κοινωνικές σχέσεις, βάζοντας στο στόχαστρο ακόμα και τις ανθρώπινες επαφές, με τη χρησιμοποίηση της κακόφημης και διάτρητης μεθόδου «ταυτοποίησης DNA». Το δικαστικό σώμα για άλλη μια φορά αποδεικνύεται συστατικό στοιχείο του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού.
Η πολιτική στόχευση της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι σαφής: θέλουν να σπείρουν τον φόβο, να αναβαθμίσουν και να διευρύνουν τις διαθέσιμες μεθόδους στοχοποίησης και τρομοκράτησης οποιουδήποτε αντιστέκεται και αμφισβητεί την κυρίαρχη πολιτική. Η σκευωρία αυτή, όχι μόνο δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί ποιοτική τομή στο πλαίσιο του δόγματος του «νόμου και της τάξης», της πολιτικής της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών, που είναι απαραίτητο συμπλήρωμα για την απρόσκοπτη προώθηση της αντιλαϊκής επίθεσης κυβέρνησης-Ε.Ε.-ΔΝΤ-κεφαλαίου. Οι δίκες και καταδίκες αγωνιστών, η άγρια καταστολή στις διαδηλώσεις, οι απεργίες που κηρύσσονται «παράνομες και καταχρηστικές», οι διώξεις των αγωνιζόμενων κατοίκων της Χαλκιδικής, οι μηνύσεις σε φοιτητές της Ξάνθης για την πολιτική τους δράση, οι φασιστικές επιθέσεις σε μετανάστες, η δίκη των κομμουνιστών της ΑΤΙΚ στο Μόναχο, είναι μερικές μόνο από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της πολιτικής.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ακολουθώντας τα χνάρια των προκατόχων της, έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίθεση ενάντια στα δημοκρατικά δικαιώματα και είναι απόλυτα συνυπεύθυνη για την εξέλιξη της υπόθεσης της Ηριάννας και του Περικλή. Οι υποκριτικές δηλώσεις και τα κροκοδείλια δάκρυά της δεν πείθουν κανένα. Μάλιστα, όχι μόνο διατηρεί το υπάρχον αντιδραστικό νομοθετικό οπλοστάσιο ενάντια στις ελευθερίες λαού και νεολαίας, αλλά προετοιμάζεται και να το διευρύνει, έχοντας στα σκαριά τον νέο αντισυνδικαλιστικό νόμο που καταργεί το δικαίωμα στην απεργία, στο πλαίσιο της 3ης αξιολόγησης με τους «θεσμούς».
Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή είναι υπόθεση όλων μας! Είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος αλληλεγγύης, που θα απαιτήσει να αθωωθούν οριστικά και αμετάκλητα και να πέσει στο κενό η κρατική σκευωρία. Καλούμε τον λαό και τη νεολαία να μπουν στην πρώτη γραμμή της πάλης για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επιδιώκουμε τη συνάντηση με πρωτοβουλίες, συλλογικότητες και όλο το κίνημα συμπαράστασης που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα. Η νέα γενιά μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει, κόντρα στο μέλλον καταπίεσης και ανελευθερίας που της επιφυλάσσει το σύστημα!

- ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΗ ΤΗΣ ΗΡΙΑΝΝΑΣ Β.Λ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ Μ.
- ΚΑΤΩ ΟΙ ΤΡΟΜΟΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ
- ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ
Καλούμε όλο τον λαό και τη νεολαία, κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο, σε διαδήλωση αλληλεγγύης στην Ηριάννα και τον Περικλή, για την υπεράσπιση των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων, την Τρίτη 24/10, με συγκέντρωση στα Προπύλαια στις 18.30.
Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ - επιτροπή νεολαίας, ΑΡΑΝ-τομέας νεολαίας, ΑΡΑΣ-τομέας νεολαίας, Αριστερό Ρεύμα Νεολαίας, ΑΡΙΣ-τομέας νεολαίας, ΑΡΚ, ΔΕΑ, Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς και Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, νεολαίοι ΚΚΕ(μ-λ), νέοι-ες ΛΑΕ, νΚΑ, ΟΕΝ-νεολαία του ΕΕΚ, νεολαία ΟΚΔΕ Σπάρτακος, Παρέμβαση, ΣΕΚ

Και αυτός ο νόμος να μείνει… στα χαρτιά!

2:25 μ.μ.
Οι εξαγγελίες του υπ. Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για το νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν παλιότερες ανακοινώσεις υπουργών Παιδείας, αφού και σ' αυτές δεν έλειψαν οι αναφορές για ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στο πανεπιστήμιο, για ίσες ευκαιρίες, μείωση της παραπαιδείας κτλ. Στην πραγματικότητα όμως το νομοσχέδιο αυτό είναι πιο σκληρό και πιο ανταγωνιστικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, λιγότερο “αξιοκρατικό” και σίγουρα πολύ πιο ταξικό. Προφανώς, το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα (με το οποίο δεν λέει κανείς/καμία ότι είμαστε ευχαριστημένοι!) κοστίζει πολύ περισσότερο για το κράτος και δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, με τις οποίες πρέπει να ευθυγραμμιστεί η κυβέρνηση λόγω των μνημονιακών της δεσμεύσεων.
Οι αλλαγές που επιφέρει το νέο νομοσχέδιο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ξεκινήσουν από την σχολική χρονιά 2019-2020, ενώ μέχρι τότε θα γίνει ελάφρυνση της ύλης από την ήδη τρέχουσα σχολική χρονιά. Αναμένονται αλλαγές στα περισσότερα προγράμματα σπουδών και στις ύλες των μαθημάτων, μια συζήτηση που έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις από καθηγητές αλλά και γονείς. Ταυτόχρονα, μέχρι το 2020 θα έχει γίνει υποχρεωτική και η φοίτηση του Λυκείου, σε μια κατεύθυνση εξάλειψης της ανήλικης εργασίας, αφού παρατηρείται η ολοένα και μεγαλύτερη εγκατάλειψη του Λυκείου από μαθητές και μαθήτριες που έχουν ανάγκη να εργαστούν για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους, μια ανάγκη που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν αναζητείται όμως, από την κυβέρνηση ένας τρόπος μείωσης της ανάγκης αυτής στη ρίζα της (δεν θα μπορούσε άλλωστε!) αλλά γίνεται προσπάθεια να αποσιωπηθεί με διάφορους τρόπους.
Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων πέφτουν στο κενό και απλά μετονομάζονται "Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις". Οι μαθητές/τριες δε θα δίνουν πια εξετάσεις για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο μία, αλλά δύο φορές, καθώς προστίθεται μια εξέταση πανελλαδικού χαρακτήρα και τον Γενάρη, η οποία θα προσμετράται στην τελική βαθμολογία μόνο εάν ο βαθμός είναι μεγαλύτερος από τις εξετάσεις του Μαΐου. Αυτή την κίνηση το Υπουργείο τη δικαιολογεί λέγοντας ότι δεν μπορεί να κρίνει ένα 3ωρο ολόκληρη την ζωή των μαθητών (αλλά μπορούν δύο;). Είναι σαφές ότι η εισαγωγή παραπάνω εξετάσεων σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που περιστρέφεται γύρω από αυτές, βοηθάει μόνο την αύξηση της παραπαιδείας, για τους μαθητές και τις μαθήτριες που έχουν αυτή την δυνατότητα και αφήνει απ’ έξω εκείνους/ες που δεν μπορούν να πληρώσουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια για να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένα μεγαλύτερο άγχος στους μαθητές/τριες, αφού πρέπει να περάσουν το βάρος των εξετάσεων δύο φορές.
Σε αυτές τις εξετάσεις τα μαθήματα που θα δίνονται θα είναι 4, το 1 θα είναι  για όλους/ες το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και τα άλλα 3 θα τα επιλέγουν οι μαθητές/τριες, ανάλογα με το ποιο επιστημονικό πεδίο θέλουν να ανοίξουν. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται οι μαθητές/τριες στην Γ’ Λυκείου θα είναι τα μισά σε σύνολο από ότι προηγουμένως (από 14 μαθήματα, θα διδάσκονται πια μόλις 7). Σε αυτή την κατάσταση, παρόλες τις διαβεβαιώσεις του κ. Γαβρόγλου δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξουν περικοπές προσωπικού, καθώς καταργούνται ειδικότητες, άρα ένα μεγάλο κομμάτι εκπαιδευτικών δε θα είναι χρήσιμο για το νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό μπορεί να μην γίνει άμεσα με απολύσεις κτλ αλλά είναι πιθανό να μην προκηρυχθούν νέες θέσεις προσωπικού, είτε μόνιμων, είτε αναπληρωτών.
Βασική κατεύθυνση του νέου νομοσχεδίου είναι και η διοχέτευση περισσότερων μαθητών και μαθητριών στα ΕΠΑΛ, αφού φαίνεται πως η παραγωγή έχει πια ανάγκη από τεχνικούς εργάτες, καταρτισμένους, όχι απλά εξειδικευμένους, σε μία συγκεκριμένη εργασία, περισσότερο από τους πτυχιούχους/διπλωματούχους ενός γνωστικού αντικειμένου. Γι΄αυτό το λόγο λοιπόν η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει το Επαγγελματικό Λύκειο πιο θελκτικό για τους μαθητές/τριες. Αυτό επιδιώκεται είτε με την «υπόσχεση» της κυβέρνησης ότι οι απόφοιτοι/ες του ΕΠΑΛ θα μπορούν πια να φοιτούν και σε ΑΕΙ (κάτι που παλιότερα δεν ίσχυε παρά για το 1% των αποφοίτων ΕΠΑΛ) αλλά και με την αύξηση των θέσεων της λεγόμενης «μαθητείας» για περισσότερους/ες μαθητές/τριες. Η «μαθητεία», που στην ουσία είναι απλήρωτη εργασία πλάι σε κάποιον/α επαγγελματία, προσφέρεται από την κυβέρνηση σαν «τυράκι» για να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στα ΕΠΑΛ, στη λογική ότι ο/η απόφοιτος/η  θα έχει ένα είδος προϋπηρεσίας και εμπειρίας όταν τελειώσει το σχολείο και θα είναι πιο εύκολο να εργαστεί αμέσως. Όλα αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για να καλύψουν τις ανάγκες του συστήματος το οποίο ζητά εργαζόμενους που είναι υπάκουοι και υποτελείς στο κάθε αφεντικό, πειθήνιοι και ευέλικτοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, και φυσικά με χαμηλότερο ή ακόμα καλύτερα καθόλου μισθό.
Και αφού λοιπόν έχει δημιουργηθεί αυτός ο τύπος αποφοίτου από το Λύκειο (είτε Γενικό, είτε ΕΠΑΛ), πρέπει να τον συνδυάσουμε με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα αποτελέσματα που έχουν αυτές για τους φοιτητές/τριες που ήδη βρίσκονται στο πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ΤΕΙ αλλά και για τους μελλοντικούς φοιτητές και φοιτήτριες.
Όπως και στις περισσότερες αλλαγές, των τελευταίων ετών, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, βασικός άξονας και του νομοσχεδίου Γαβρόγλου, είναι η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Το εντυπωσιακό όπως πάντα για την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έκανε το μεγάλο βήμα, παίρνοντας την πρωτοβουλία να καταθέσει προγράμματα για την αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων που ακόμα και η Γιαννάκου ντρεπόταν να το κάνει. Πιο αναλυτικά η αντιδραστική αυτή τομή ξεκινάει με την επιβολή διδάκτρων για όλες τις μεταπτυχιακές σπουδές, με το 30% των φοιτητών που καλύπτουν τα εισοδηματικά κριτήρια που ορίζει το υπ. Παιδείας να μην πληρώνουν, στο όνομα της αριστερής φυσιογνωμίας που προσπαθεί να διατηρήσει. Στην ουσία, η υποχρηματοδότηση των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων που εδώ και χρόνια έχει μειωθεί κατά 80%-90%, είχε σταδιακά το στρατηγικό αποτέλεσμα του ανοίγματος χώρου εντός τους για την διείσδυση επιχειρήσεων και ιδιωτών. Δεν πρόκειται για είδηση αλλά για μια συνεχή διαδικασία που σχεδόν ολοκληρώνεται με το νομοσχέδιο Γαβρόγλου. Η αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων είναι η βασική τομή της αστικής ρητορείας για τα σχέδια της στο πανεπιστήμιο καθώς φροντίζει κάθε δυνατή λεπτομέρεια για την σκλήρυνση των ταξικών φραγμών και την επιχειρηματικοποίηση των ίδιων των ιδρυμάτων.
Το δεύτερο στοιχείο του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου παιδείας είναι τα Ακαδημαϊκά Συμβούλια και οι ΕΛΚΕ (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας). Στην ουσία πρόκειται για το αναγκαίο βήμα, δηλαδή για την ακόμα ευκολότερη διείσδυση των επιχειρήσεων εντός του πανεπιστημίου. Η αστική τάξη έφτασε στο συμπέρασμα ότι η διείσδυση των επιχειρήσεων όπως αυτή επιθυμούσε στα ιδρύματα δεν μπορούσε να γίνει στον επιθυμητό βαθμό από τα προηγούμενα νομοσχέδια και τη διαρκή υποχρηματοδότηση που ακολούθησε αυτών.  Έτσι η ρύθμιση αυτής της κατεύθυνσης εκ των έσω του πανεπιστημίου καθορίζει επακριβώς και με τον βέλτιστο τρόπο την προσαρμογή των ιδρυμάτων στις ανάγκες της αγοράς, είτε αυτές είναι συγκυριακές είτε στρατηγικού τύπου, μέσα από τις αποφάσεις των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων. Ταυτόχρονα ο καθορισμός του περιεχομένου της έρευνας και του ξεπουλήματος των σκοπών του ιδρύματος γίνεται από τον «καλοθελητή» επενδυτή με την συγκατάθεση των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων.
Τρίτο και πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς για το εντυπωσιακά κατάπτυστο αυτό νομοσχέδιο είναι οι αλλαγές όσον αφορά την δια βίου μάθηση. Στην ουσία, πρόκειται για μια αναβάθμιση στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κατευθύνσεις της δια βίου μάθησης. Η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Διαρκούς Επιμόρφωσης που θα εξασφαλίζει με επιστημονική ακρίβεια το πόσα επιπλέον μαθήματα-καψόνια θα χρειαστεί να περάσει και να πληρώσει ο/η φοιτητής/τρια έτσι ώστε να γίνει ανταγωνιστικός/ή, ευέλικτος/ή και πάνω απ' όλα άριστος/η επιστήμονας, σύμφωνα με τα κριτήρια των μελλοντικών αφεντικών του. Επιπλέον, ιδρύονται τα -ανά ίδρυμα- ΚΕΔΙΒΙΜ (Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) τα οποία είναι υπεύθυνα για την προσαρμογή των κεντρικά προωθούμενων αλλαγών στις εκάστοτε σχολές και το «επίπεδο των αποφοίτων».
Κομμάτι του νομοσχεδίου αυτού, αφορά και την αντιπροσώπευση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων. Πιο αναλυτικά, ο Γαβρόγλου, σαν «γνήσιο» στέλεχος της αριστεράς θέλει ο λόγος και τα συμφέροντα των φοιτητών να «έχουν απήχηση» στις συγκλήτους και τις κοσμητείες, και για αυτό ακριβώς επιτρέπει την εκλογή τους στα όργανα αυτά μέσα από κεντρικές εκλογές των ιδρυμάτων ανά χρόνο, αλλά και δικαίωμα ψήφου στις πρυτανικές εκλογές. Η στρατηγική αυτή αλλαγή είναι το καλύτερο δυνατό παράδειγμα της καλλιέργειας της συνδιοικητικής αυταπάτης με την οποία άλλωστε και ο ίδιος πολιτικοποιήθηκε. Σ' αυτό λοιπόν, χρέος μας είναι το σπάσιμο των πρυτανικών εκλογών για να δίδεται ξεκάθαρο το μήνυμα του ότι στο ίδιο τραπέζι δεν κάθονται να διαπραγματευτούν φοιτητές με καθηγητάδες, αλλά είναι δουλεία των φοιτητικών συλλόγων και των συνελεύσεων τους να ορίζουν την δράση τους, ανεξάρτητα και  χωρίς κανένα είδος διαπραγμάτευσης!
Τέλος, το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει την σταδιακή κατάργηση των ΤΕΙ και την μετατροπή τους σε ΑΕΙ. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ο πειραματικός σωλήνας θα είναι τα δύο ΤΕΙ που βρίσκονται στην Αττική (ΤΕΙ Αθήνας-ΤΕΙ Πειραιά). Αναλυτικότερα το νομοσχέδιο προβλέπει συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, που σε πολλές περιπτώσεις τα αντικείμενα σπουδών δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση των εισακτέων του καινούριου Ιδρύματος (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) και την απόλυση διδακτικού και διοικητικού προσωπικού. Στόχος του υπ. Παιδείας με αυτή την κίνηση είναι να μεταφέρει τον τίτλο των «εργαζόμενων δεύτερης κατηγορίας» από τους ΤΕΙτζήδες, στους αποφοίτους των ΕΠΑΛ (όπως προαναφέρθηκε) και ταυτόχρονα να «αναβαθμίσει» τον ρόλο που έπαιζαν μέχρι τώρα τα ΤΕΙ. Η μόνη απάντηση απέναντι στα σχέδια του Γαβρόγλου για τα ΤΕΙ δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους και όλες τους φοιτητές/τριες και ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο.
Πριν κλείσουμε, ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής που στοχάζονται η ΕΕ και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, με την συνθήκη της Bologna, ενώ εννοείται δεν παρακάμπτουν τις δεσμεύσεις των μνημονίων, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και των εξωτερικών αξιολογήσεων της ΑΔΙΠ. Με λίγα λόγια, τα καθήκοντα που εντοπίσαμε όλο τον προηγούμενο καιρό παραμένουν τα ίδια, αν και αναβαθμισμένα. Στο νομοσχέδιο θεωρείται ως δεδομένη η διάσπαση του πτυχίου σε bachelor και master, η ποσοτικοποίηση των προσόντων σε μονάδες ECTS και η αντιστοίχηση όλων των τίτλων σπουδών, ξεκινώντας από το δημοτικό(!), στο Εθνικό Σύστημα Πιστοποίησης Προσόντων. Κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και έρευνας εντάσσεται στον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, και στην κεντρική στρατηγική που χαράσσεται γύρω από αυτόν. Η ένταξη αυτή προϋποθέτει την αλλαγή των Προγραμμάτων Σπουδών, ούτως ώστε να ευθυγραμμίζονται με τα παραπάνω πρότυπα. Σκοπός δεν είναι άλλος από τον περαιτέρω κατακερματισμό, και την συνεπαγόμενη ρευστοποίηση του εργατικού δυναμικού, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Τα νεοσύστατα όργανα (Ακαδημαϊκά Συμβούλια και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) που αναφέρθηκαν, μπορούν να αποτελέσουν τον πιο καλό συντονιστή σε αυτή την προσπάθεια, αλλά είναι και ενδεικτικά του δομικού ρόλου του αστικού πανεπιστημίου, που παραμένει επίκαιρος.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν, το νομοσχέδιο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και επαγρύπνησης της φοιτητιώσας νεολαίας, των μαθητών/τριών, των καθηγητών της δευτεροβάθμιας αλλά και των γονέων της εργατικής τάξης που καλούνται να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες που επιβάλλονται στην εκπαίδευση. Μπορεί να μην περιέχει τις άμεσες και σκληρές επιθέσεις που μας έφερναν τα νομοσχέδια Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου ή Αρβανιτόπουλου, αλλά περιέχουν, επιμέρους μεν, τολμηρές δε, τομές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης που άλλοτε δεν συζητούνταν καν στη βουλή λόγω της μεγάλης αντίδρασης που θα ξεσπούσε. Οι τομές αυτές δικαιώνουν την προπαγανδιστική δουλειά των σχημάτων της ΕΑΑΚ τα τελευταία χρόνια και αποδεικνύουν, όχι τις μαντικές τους ικανότητες, αλλά ότι η ανάλυση και τα αντανακλαστικά των σχημάτων βρίσκονται πάντα στο ύψος των αναγκών της περιόδου.
Σε μια τέτοια κρίσιμη περίοδο λοιπόν, τα σχήματα πρέπει να μπουν στο δρόμο της δημιουργίας ενός μαζικού, ανατρεπτικού και αντικαπιταλιστικού πανεκπαιδευτικού μετώπου ενάντια στο νομοσχέδιο αυτό και να εξασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί άρθρο για άρθρο!

3o Camping Σπάρτακος

10:59 π.μ.
Από το Blogger.