Και αυτός ο νόμος να μείνει… στα χαρτιά!

2:25 μ.μ.
Οι εξαγγελίες του υπ. Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για το νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν παλιότερες ανακοινώσεις υπουργών Παιδείας, αφού και σ' αυτές δεν έλειψαν οι αναφορές για ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στο πανεπιστήμιο, για ίσες ευκαιρίες, μείωση της παραπαιδείας κτλ. Στην πραγματικότητα όμως το νομοσχέδιο αυτό είναι πιο σκληρό και πιο ανταγωνιστικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, λιγότερο “αξιοκρατικό” και σίγουρα πολύ πιο ταξικό. Προφανώς, το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα (με το οποίο δεν λέει κανείς/καμία ότι είμαστε ευχαριστημένοι!) κοστίζει πολύ περισσότερο για το κράτος και δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, με τις οποίες πρέπει να ευθυγραμμιστεί η κυβέρνηση λόγω των μνημονιακών της δεσμεύσεων.
Οι αλλαγές που επιφέρει το νέο νομοσχέδιο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ξεκινήσουν από την σχολική χρονιά 2019-2020, ενώ μέχρι τότε θα γίνει ελάφρυνση της ύλης από την ήδη τρέχουσα σχολική χρονιά. Αναμένονται αλλαγές στα περισσότερα προγράμματα σπουδών και στις ύλες των μαθημάτων, μια συζήτηση που έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις από καθηγητές αλλά και γονείς. Ταυτόχρονα, μέχρι το 2020 θα έχει γίνει υποχρεωτική και η φοίτηση του Λυκείου, σε μια κατεύθυνση εξάλειψης της ανήλικης εργασίας, αφού παρατηρείται η ολοένα και μεγαλύτερη εγκατάλειψη του Λυκείου από μαθητές και μαθήτριες που έχουν ανάγκη να εργαστούν για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους, μια ανάγκη που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν αναζητείται όμως, από την κυβέρνηση ένας τρόπος μείωσης της ανάγκης αυτής στη ρίζα της (δεν θα μπορούσε άλλωστε!) αλλά γίνεται προσπάθεια να αποσιωπηθεί με διάφορους τρόπους.
Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων πέφτουν στο κενό και απλά μετονομάζονται "Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις". Οι μαθητές/τριες δε θα δίνουν πια εξετάσεις για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο μία, αλλά δύο φορές, καθώς προστίθεται μια εξέταση πανελλαδικού χαρακτήρα και τον Γενάρη, η οποία θα προσμετράται στην τελική βαθμολογία μόνο εάν ο βαθμός είναι μεγαλύτερος από τις εξετάσεις του Μαΐου. Αυτή την κίνηση το Υπουργείο τη δικαιολογεί λέγοντας ότι δεν μπορεί να κρίνει ένα 3ωρο ολόκληρη την ζωή των μαθητών (αλλά μπορούν δύο;). Είναι σαφές ότι η εισαγωγή παραπάνω εξετάσεων σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που περιστρέφεται γύρω από αυτές, βοηθάει μόνο την αύξηση της παραπαιδείας, για τους μαθητές και τις μαθήτριες που έχουν αυτή την δυνατότητα και αφήνει απ’ έξω εκείνους/ες που δεν μπορούν να πληρώσουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια για να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένα μεγαλύτερο άγχος στους μαθητές/τριες, αφού πρέπει να περάσουν το βάρος των εξετάσεων δύο φορές.
Σε αυτές τις εξετάσεις τα μαθήματα που θα δίνονται θα είναι 4, το 1 θα είναι  για όλους/ες το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και τα άλλα 3 θα τα επιλέγουν οι μαθητές/τριες, ανάλογα με το ποιο επιστημονικό πεδίο θέλουν να ανοίξουν. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται οι μαθητές/τριες στην Γ’ Λυκείου θα είναι τα μισά σε σύνολο από ότι προηγουμένως (από 14 μαθήματα, θα διδάσκονται πια μόλις 7). Σε αυτή την κατάσταση, παρόλες τις διαβεβαιώσεις του κ. Γαβρόγλου δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξουν περικοπές προσωπικού, καθώς καταργούνται ειδικότητες, άρα ένα μεγάλο κομμάτι εκπαιδευτικών δε θα είναι χρήσιμο για το νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό μπορεί να μην γίνει άμεσα με απολύσεις κτλ αλλά είναι πιθανό να μην προκηρυχθούν νέες θέσεις προσωπικού, είτε μόνιμων, είτε αναπληρωτών.
Βασική κατεύθυνση του νέου νομοσχεδίου είναι και η διοχέτευση περισσότερων μαθητών και μαθητριών στα ΕΠΑΛ, αφού φαίνεται πως η παραγωγή έχει πια ανάγκη από τεχνικούς εργάτες, καταρτισμένους, όχι απλά εξειδικευμένους, σε μία συγκεκριμένη εργασία, περισσότερο από τους πτυχιούχους/διπλωματούχους ενός γνωστικού αντικειμένου. Γι΄αυτό το λόγο λοιπόν η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει το Επαγγελματικό Λύκειο πιο θελκτικό για τους μαθητές/τριες. Αυτό επιδιώκεται είτε με την «υπόσχεση» της κυβέρνησης ότι οι απόφοιτοι/ες του ΕΠΑΛ θα μπορούν πια να φοιτούν και σε ΑΕΙ (κάτι που παλιότερα δεν ίσχυε παρά για το 1% των αποφοίτων ΕΠΑΛ) αλλά και με την αύξηση των θέσεων της λεγόμενης «μαθητείας» για περισσότερους/ες μαθητές/τριες. Η «μαθητεία», που στην ουσία είναι απλήρωτη εργασία πλάι σε κάποιον/α επαγγελματία, προσφέρεται από την κυβέρνηση σαν «τυράκι» για να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στα ΕΠΑΛ, στη λογική ότι ο/η απόφοιτος/η  θα έχει ένα είδος προϋπηρεσίας και εμπειρίας όταν τελειώσει το σχολείο και θα είναι πιο εύκολο να εργαστεί αμέσως. Όλα αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για να καλύψουν τις ανάγκες του συστήματος το οποίο ζητά εργαζόμενους που είναι υπάκουοι και υποτελείς στο κάθε αφεντικό, πειθήνιοι και ευέλικτοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, και φυσικά με χαμηλότερο ή ακόμα καλύτερα καθόλου μισθό.
Και αφού λοιπόν έχει δημιουργηθεί αυτός ο τύπος αποφοίτου από το Λύκειο (είτε Γενικό, είτε ΕΠΑΛ), πρέπει να τον συνδυάσουμε με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα αποτελέσματα που έχουν αυτές για τους φοιτητές/τριες που ήδη βρίσκονται στο πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ΤΕΙ αλλά και για τους μελλοντικούς φοιτητές και φοιτήτριες.
Όπως και στις περισσότερες αλλαγές, των τελευταίων ετών, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, βασικός άξονας και του νομοσχεδίου Γαβρόγλου, είναι η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Το εντυπωσιακό όπως πάντα για την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έκανε το μεγάλο βήμα, παίρνοντας την πρωτοβουλία να καταθέσει προγράμματα για την αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων που ακόμα και η Γιαννάκου ντρεπόταν να το κάνει. Πιο αναλυτικά η αντιδραστική αυτή τομή ξεκινάει με την επιβολή διδάκτρων για όλες τις μεταπτυχιακές σπουδές, με το 30% των φοιτητών που καλύπτουν τα εισοδηματικά κριτήρια που ορίζει το υπ. Παιδείας να μην πληρώνουν, στο όνομα της αριστερής φυσιογνωμίας που προσπαθεί να διατηρήσει. Στην ουσία, η υποχρηματοδότηση των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων που εδώ και χρόνια έχει μειωθεί κατά 80%-90%, είχε σταδιακά το στρατηγικό αποτέλεσμα του ανοίγματος χώρου εντός τους για την διείσδυση επιχειρήσεων και ιδιωτών. Δεν πρόκειται για είδηση αλλά για μια συνεχή διαδικασία που σχεδόν ολοκληρώνεται με το νομοσχέδιο Γαβρόγλου. Η αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων είναι η βασική τομή της αστικής ρητορείας για τα σχέδια της στο πανεπιστήμιο καθώς φροντίζει κάθε δυνατή λεπτομέρεια για την σκλήρυνση των ταξικών φραγμών και την επιχειρηματικοποίηση των ίδιων των ιδρυμάτων.
Το δεύτερο στοιχείο του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου παιδείας είναι τα Ακαδημαϊκά Συμβούλια και οι ΕΛΚΕ (Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας). Στην ουσία πρόκειται για το αναγκαίο βήμα, δηλαδή για την ακόμα ευκολότερη διείσδυση των επιχειρήσεων εντός του πανεπιστημίου. Η αστική τάξη έφτασε στο συμπέρασμα ότι η διείσδυση των επιχειρήσεων όπως αυτή επιθυμούσε στα ιδρύματα δεν μπορούσε να γίνει στον επιθυμητό βαθμό από τα προηγούμενα νομοσχέδια και τη διαρκή υποχρηματοδότηση που ακολούθησε αυτών.  Έτσι η ρύθμιση αυτής της κατεύθυνσης εκ των έσω του πανεπιστημίου καθορίζει επακριβώς και με τον βέλτιστο τρόπο την προσαρμογή των ιδρυμάτων στις ανάγκες της αγοράς, είτε αυτές είναι συγκυριακές είτε στρατηγικού τύπου, μέσα από τις αποφάσεις των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων. Ταυτόχρονα ο καθορισμός του περιεχομένου της έρευνας και του ξεπουλήματος των σκοπών του ιδρύματος γίνεται από τον «καλοθελητή» επενδυτή με την συγκατάθεση των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων.
Τρίτο και πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς για το εντυπωσιακά κατάπτυστο αυτό νομοσχέδιο είναι οι αλλαγές όσον αφορά την δια βίου μάθηση. Στην ουσία, πρόκειται για μια αναβάθμιση στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κατευθύνσεις της δια βίου μάθησης. Η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Διαρκούς Επιμόρφωσης που θα εξασφαλίζει με επιστημονική ακρίβεια το πόσα επιπλέον μαθήματα-καψόνια θα χρειαστεί να περάσει και να πληρώσει ο/η φοιτητής/τρια έτσι ώστε να γίνει ανταγωνιστικός/ή, ευέλικτος/ή και πάνω απ' όλα άριστος/η επιστήμονας, σύμφωνα με τα κριτήρια των μελλοντικών αφεντικών του. Επιπλέον, ιδρύονται τα -ανά ίδρυμα- ΚΕΔΙΒΙΜ (Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) τα οποία είναι υπεύθυνα για την προσαρμογή των κεντρικά προωθούμενων αλλαγών στις εκάστοτε σχολές και το «επίπεδο των αποφοίτων».
Κομμάτι του νομοσχεδίου αυτού, αφορά και την αντιπροσώπευση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων. Πιο αναλυτικά, ο Γαβρόγλου, σαν «γνήσιο» στέλεχος της αριστεράς θέλει ο λόγος και τα συμφέροντα των φοιτητών να «έχουν απήχηση» στις συγκλήτους και τις κοσμητείες, και για αυτό ακριβώς επιτρέπει την εκλογή τους στα όργανα αυτά μέσα από κεντρικές εκλογές των ιδρυμάτων ανά χρόνο, αλλά και δικαίωμα ψήφου στις πρυτανικές εκλογές. Η στρατηγική αυτή αλλαγή είναι το καλύτερο δυνατό παράδειγμα της καλλιέργειας της συνδιοικητικής αυταπάτης με την οποία άλλωστε και ο ίδιος πολιτικοποιήθηκε. Σ' αυτό λοιπόν, χρέος μας είναι το σπάσιμο των πρυτανικών εκλογών για να δίδεται ξεκάθαρο το μήνυμα του ότι στο ίδιο τραπέζι δεν κάθονται να διαπραγματευτούν φοιτητές με καθηγητάδες, αλλά είναι δουλεία των φοιτητικών συλλόγων και των συνελεύσεων τους να ορίζουν την δράση τους, ανεξάρτητα και  χωρίς κανένα είδος διαπραγμάτευσης!
Τέλος, το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει την σταδιακή κατάργηση των ΤΕΙ και την μετατροπή τους σε ΑΕΙ. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ο πειραματικός σωλήνας θα είναι τα δύο ΤΕΙ που βρίσκονται στην Αττική (ΤΕΙ Αθήνας-ΤΕΙ Πειραιά). Αναλυτικότερα το νομοσχέδιο προβλέπει συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, που σε πολλές περιπτώσεις τα αντικείμενα σπουδών δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση των εισακτέων του καινούριου Ιδρύματος (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) και την απόλυση διδακτικού και διοικητικού προσωπικού. Στόχος του υπ. Παιδείας με αυτή την κίνηση είναι να μεταφέρει τον τίτλο των «εργαζόμενων δεύτερης κατηγορίας» από τους ΤΕΙτζήδες, στους αποφοίτους των ΕΠΑΛ (όπως προαναφέρθηκε) και ταυτόχρονα να «αναβαθμίσει» τον ρόλο που έπαιζαν μέχρι τώρα τα ΤΕΙ. Η μόνη απάντηση απέναντι στα σχέδια του Γαβρόγλου για τα ΤΕΙ δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους και όλες τους φοιτητές/τριες και ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο.
Πριν κλείσουμε, ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής που στοχάζονται η ΕΕ και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, με την συνθήκη της Bologna, ενώ εννοείται δεν παρακάμπτουν τις δεσμεύσεις των μνημονίων, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και των εξωτερικών αξιολογήσεων της ΑΔΙΠ. Με λίγα λόγια, τα καθήκοντα που εντοπίσαμε όλο τον προηγούμενο καιρό παραμένουν τα ίδια, αν και αναβαθμισμένα. Στο νομοσχέδιο θεωρείται ως δεδομένη η διάσπαση του πτυχίου σε bachelor και master, η ποσοτικοποίηση των προσόντων σε μονάδες ECTS και η αντιστοίχηση όλων των τίτλων σπουδών, ξεκινώντας από το δημοτικό(!), στο Εθνικό Σύστημα Πιστοποίησης Προσόντων. Κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και έρευνας εντάσσεται στον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, και στην κεντρική στρατηγική που χαράσσεται γύρω από αυτόν. Η ένταξη αυτή προϋποθέτει την αλλαγή των Προγραμμάτων Σπουδών, ούτως ώστε να ευθυγραμμίζονται με τα παραπάνω πρότυπα. Σκοπός δεν είναι άλλος από τον περαιτέρω κατακερματισμό, και την συνεπαγόμενη ρευστοποίηση του εργατικού δυναμικού, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Τα νεοσύστατα όργανα (Ακαδημαϊκά Συμβούλια και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης) που αναφέρθηκαν, μπορούν να αποτελέσουν τον πιο καλό συντονιστή σε αυτή την προσπάθεια, αλλά είναι και ενδεικτικά του δομικού ρόλου του αστικού πανεπιστημίου, που παραμένει επίκαιρος.
Σαν συμπέρασμα λοιπόν, το νομοσχέδιο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και επαγρύπνησης της φοιτητιώσας νεολαίας, των μαθητών/τριών, των καθηγητών της δευτεροβάθμιας αλλά και των γονέων της εργατικής τάξης που καλούνται να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες που επιβάλλονται στην εκπαίδευση. Μπορεί να μην περιέχει τις άμεσες και σκληρές επιθέσεις που μας έφερναν τα νομοσχέδια Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου ή Αρβανιτόπουλου, αλλά περιέχουν, επιμέρους μεν, τολμηρές δε, τομές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης που άλλοτε δεν συζητούνταν καν στη βουλή λόγω της μεγάλης αντίδρασης που θα ξεσπούσε. Οι τομές αυτές δικαιώνουν την προπαγανδιστική δουλειά των σχημάτων της ΕΑΑΚ τα τελευταία χρόνια και αποδεικνύουν, όχι τις μαντικές τους ικανότητες, αλλά ότι η ανάλυση και τα αντανακλαστικά των σχημάτων βρίσκονται πάντα στο ύψος των αναγκών της περιόδου.
Σε μια τέτοια κρίσιμη περίοδο λοιπόν, τα σχήματα πρέπει να μπουν στο δρόμο της δημιουργίας ενός μαζικού, ανατρεπτικού και αντικαπιταλιστικού πανεκπαιδευτικού μετώπου ενάντια στο νομοσχέδιο αυτό και να εξασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί άρθρο για άρθρο!

3o Camping Σπάρτακος

10:59 π.μ.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

2:19 μ.μ.
Βγαίνοντας από μία ακόμα μάχη που τα σχήματα της ΕΑΑΚ δώσανε με όλη τους της δύναμη μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις ανάγκες αλλά τις ελλειματικές του φοιτητικού κινήματος στο τώρα. Χαρακτηριστικά των φετινών φοιτητικών εκλογών ήταν η ακόμα μεγαλύτερη πτώση της συμμετοχής, η αποχή, οι ιδιαιτερότητες στις διάφορες ανακατάξεις καθώς και η ακόμα πιο έντονη παρουσία τραμπούκικων λογικών στο φοιτητικό κίνημα σε σχέση με άλλες χρονιές. Υπό αυτό το πρίσμα, οφείλουμε κι εμείς με τη σειρά μας, πριν ξεκινήσουμε την όποια ανάλυση, να αναγνωρίσουμε τη σημασία κάθε σχηματία που προσπάθησε να ανταποκριθεί για άλλη μια φορά στην κρίσιμη αυτή πολιτική μάχη με αποτέλεσμα τα σχήματα της ΕΑΑΚ να έχουνε για άλλη μια φορά ηχηρό αποτέλεσμα στην πανελλαδική αλλά και την επιμέρους καταγραφή, διατηρώντας για άλλη μια χρονιά ψηλά των πήχη των απαιτήσεων για την πορεία του φοιτητικού κινήματος.

Ξεκινώντας από τη μεγάλη εικόνα, η πτώση της συμμετοχής σε σχέση με την ήδη πεσμένη συμμετοχή της περσινής χρονιάς, οφείλει να μας προβληματίσει. Παρά το γεγονός ότι όλο το ακαδημαικό έτος αναγνωρίζαμε μια σχετικά καλύτερη κατάσταση τόσο στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων όσο και στο δρόμο, η μικρή αυτή ανοδική κίνηση δεν αποτυπώθηκε στην κάλπη. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδιασμό με την τεράστια απάθεια και αδιαφορία που αναγνωρίζουμε τα τελευταία χρόνια στο φοιτητικό σώμα, αναδεικνύουν από τη μία πλευρά μια στοιχειώδη αναβάθμιση της πολιτικής αναζήτησης τη φετινή χρονιά, αλλά από την άλλη επιβεβαιώνουν τη δυσκολία των σχημάτων να αναγνωρίσουν τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά και άρα να τα εκφράσουν στις εκάστοτε μάχες. Ως αποτέλεσμα, μεγάλος νικητής των φοιτητικών εκλογών αναδεικνύεται για άλλη μια φορά η αποχή, η μαζική απουσία από μια διαδικασία του φοιτητικού κινήματος, με τις καθεστωτικές δυνάμεις ή ακόμα και την επίσημη αριστερά, να εκμεταλλεύονται την κατάσταση.

Αναπόφευκτο κομμάτι της συζήτησης γύρω από τις φοιτητικές εκλογές είναι και η προσπάθεια διάλυσής τους. Ο λόγος για την παρακρατικού χαρακτήρα επίθεση σε αγωνιστές και αγωνίστριες, κομμάτια των φοιτητικών συλλόγων όσο και στον εργαζόμενο φύλακα του παιδαγωγικού. Η εθιμοτυπική πλέον προσπάθεια διάλυσης των φοιτητικών εκλογών, οπλισμένη είτε με μολότοφ είτε με τσεκούρια, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο με αποτέλεσμα την απώλεια της κάλπης του φ.σ. των Πολιτικών Μηχανικών και την διάλυση της διαδικασίας του φ.σ. των Μηχανολόγων Μηχανικών. Η ποιοτική αναβάθμιση της επίθεσης που δέχθηκε η διαδικασία των φοιτητικών εκλογών βρίσκει έδαφος πάνω στην ηττοπάθεια και την αποσυγκρότηση των φοιτητικών συλλόγων και στην πραγματικότητα ρίχνει νερό στην προσπάθεια απονομιμοποιήσης του ασύλου και μεταφοράς των εκλογών σε εξωπανεπιστημαικούς χώρους (βλέπε ΑΣΟΕΕ) με τα ΜΑΤ και τους μπράβους να διαφυλάσσουν τη διαδικασία. Από πλευράς μας, αν και αντιλαμβανόμαστε την οποιαδήποτε διαφωνία μπορεί να υπάρχει ως προς το θεσμό των φοιτητικών εκλογών, απαιτούμε η διαφωνία αυτή να εκφράζεται και να εκτίθεται πολιτικά. Από τη στιγμή που δεν εκφράζεται ως τέτοια, οφείλουμε να διαφυλάξουμε το άσυλο και τις διαδιακασίες του φοιτητικού κινήματος, με ό,τι συνέπειες μπορεί να σημαίνει αυτό. Είναι χρέος του ίδιου του φοιτητικού κινήματος να διαφυλάσσει τις διαδικασίες του και γι’ αυτό βρίσκουμε ιδιαίτερα ολίγωρη την απόφαση της ΑΡ.ΕΝ. να αποχωρήσει από τη διαδικασία. Ταυτόχρονα κομβικό ρόλο στην απονομιμοποίηση τέτοιων λογικών οφείλει να παίξει και τα πιο προωθημένα κομμάτια της αναρχίας, που μέχρι στιγμής αποφεύγουν  να πάρουν θέση ως προς το ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούν απαραίτητα με τις επιθέσεις.

Πιο συγκεκριμένα_

ΔΑΠ | Σαν πρώτο σχόλιο, η ΔΑΠ για άλλη μια χρονιά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη πανελλαδικα σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Ο γνήσιος εκφραστής των επιδιώξεων της αστικής τάξης, της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και των αντιδραστικών πολιτικών στο πανεπιστήμιο, κατάφερε όπως ήταν αναμενόμενο να μείνει για άλλη μια χρονιά στην κορυφή των επιλογών της νεολαίας. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κρίση στο εσωτερικό της ΟΝΝΕΔ έχει δημιουργήσει ρήξεις οι οποίες πέρυσι ξεπεράστηκαν σχετικά ανώδυνα, αλλά φέτος φαίνεται ότι επηρέασαν πολύ περισσότερο την εκλογική της παρουσία. Ο εκλογικός μηχανισμός που στηρίζεται στο πρότυπο των ανταποδοτικών σχέσεων ενισχύθηκε περισσότερο από ποτέ προκειμένου να υπάρξει όσο το δυνατόν μικρότερη πτώση των ποσοστών της και ταυτόχρονα τα εκλογικά κατεβάσματα ανά σχολές χρησιμοποιούνται αντιπαραθετικά ως προς τους εσωτερικούς τους συσχετισμούς.

ΠΑΣΠ|  Η ΠΑΣΠ, από την άλλη, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κρίση της ΔΑΠ και κατάφερε να ανεβάσει τα ποσοστά της, παίζοντας το ρόλο της ΔΑΠ. Η αύξηση δεν παρατηρήθηκε τόσο έντονα στα ΑΕΙ ή όπου οι εσωτερικές της διαμάχες της ΔΑΠ ήταν καταλυτικής σημασίας. Στα ΤΕΙ αντίθετα ο εκλογικός της μηχανισμός είναι ισχυρότερος. Η ΠΑΣΠ ως βασικός εκφραστής της μνημονιακής πολιτική του ΠΑΣΟΚ τα τελευταία χρόνια, από το οποίο παρά τη ρητορική της αποστασιοποίησης ποτέ δεν απομακρύνθηκε, είναι σήμερα ένα συμπληρωματικό εργαλείο αστικής πολιτικής, επιβιώνοντας εν μέρει και λόγω της αδυναμίας της σημερινής κυβέρνησης να εκφραστεί μια δική της φοιτητική νεολαία. Αυτό φανερώνεται και από το κεντρικό πολιτικό σκηνικό όπου το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ως ένας εν δυνάμει σύμμαχος συνδιαμόρφωσης κυβέρνησης με αποτέλεσμα και μέσω της νεολαίας του να προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί

ΠΚΣ| Η ΠΚΣ διατήρησε τη δεύτερη θέση της με ελάχιστη αύξηση των ποσοστών της, γεγονός που έρχεται σε συνέχεια με την κατάσταση του κινήματος. Σε πλήρη συνέχεια με την πολιτική της τοποθέτηση, μέσω των γραφειοκρατικών ΔΣ και με την προβολή αυτών ως γνήσιο εκφραστή της βάσης υποβιβάζει τις συλλογικές διαδικασίες και τον αγώνα για διεκδικήσεις, έστω μικρών, στο τώρα. Η καιροσκοπική τους παρέμβαση σε συνδυασμό με την πτώση της ΔΑΠ είχε ως αποτέλεσμα να βγει πρώτη δύναμη σε λίγες σχολές μέσω της συσπείρωσης φοιτητών με δεξιά αντανακλαστικά αλλά αριστερό άλλοθι. Η λογική της ήρεμης διαμαρτυρίας που δε διαταράσσει την ομαλότητα βολεύει και τους μηχανισμούς της ΠΚΣ και τα συντηρητικά μπλοκ. 

ΜΠΛΟΚΟ| Το ΜΠΛΟΚΟ κατάφερε οριακά να πλησιάσει το 1% χωρίς όμως να έχει παρουσία μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους. Το ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρώτη κυβέρνηση η οποία δεν έχει κάποια απευθείας επιρροή μέσα στα αμφιθέατρα. Ως νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει κάποιο πολιτικό πρόγραμμα  υπερασπιζόμενος την μνημονιακή πολιτική της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που όμως στις σχολές κύριος εκφραστής αυτών είναι η ΔΑΠ-ΠΑΣΠ, τόσο πολιτικά όσο και σε επίπεδο μηχανισμού.

ΕΑΑΚ| Τα σχήματα της ΕΑΑΚ δεν κατάφεραν να αυξήσουν τα ποσοστά τους. Σ’ αυτό το σημείο οφείλουμε να χαιρετήσουμε τα σχήματα που συμμετείχαν στην εκλογική μάχη με διακριτή τοποθέτηση από τα ρεύματα της ΑΡ.ΕΝ. και του ΑΡ.ΔΙ.Ν. Για εμάς, η εκλογική -και όχι μόνο- διαφοροποίηση από την ΑΡ.ΕΝ. και το ΑΡ.ΔΙΝ. δεν είναι απλά πιο αναγκαία από ποτέ, αλλά όσο αναγκαία ήταν πάντα. Τη στιγμή που η λογική «ούτε ρήξη ούτε υποταγή» είναι αυτή που δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό την απογοήτευση, την ενσωμάτωση και την αποστροφή από την πολιτική, τα ρεύματα που δεν έχουν κάνει ουσιαστική –και όχι φαινομενική- τομή με τη λογική της συνδιαχείρισης, συνεχίζουν να μην μπορούν να ανιχνεύσουν τις ανάγκες του φοιτητικού κινήματος και κατά συνέπεια να τις απαντήσουν. Το περσινό κοινό εκλογικό κατέβασμα, παρά το γεγονός ότι αποτιμήθηκε αρνητικά ακόμα και από τα ίδια τα ρεύματα που το υλοποίησαν, υλοποιήθηκε για άλλη μια χρονιά στους φοιτητικούς συλλόγους. Δημιουργείται πραγματικό ερώτημα για το κατά πόσο αναμετράμε το σχέδιο μας με τις μάζες, το αποτιμάμε και επανασχεδιάζουμε  ή αν απλά υλοποιούμε το σχέδιο του πολιτικού μας γραφείου, ξεκομμένα από το σύλλογο, το κίνημα και τις ανάγκες του. Κατά τη γνώμη μας, τα όρια της κοινής εκλογικής καθόδου φάνηκαν ακόμα και φέτος στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, με τα σχήματα που επέλεξαν το «πλατύ αριστερό μέτωπο» να μην μπορούν ούτε αυτά να αφήσουν το στίγμα τους στις ανάγκες της πλειττόμενης πλειοψηφίας.


Όπως και να χει, το γεγονός ότι το κοινό εκλογικό κατέβασμα δεν απέδωσε, δεν σημαίνει ότι όποιο σχήμα δεν το υλοποίησε, κατάφερε γραμμικά να τα κάνει καλύτερα. Ίσα ίσα, κατά τη γνώμη μας θα πρέπει ο κάθε χώρος να αναλάβει τις ευθύνες του για το εκλογικό αποτέλεσμα προκειμένου να κάνουμε το απαραίτητο βήμα προς τα μπροστά. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπερβούμε απαντήσεις τύπου «τα πράγματα δεν πάνε καλα, άρα ούτε κι εμείς θα πάμε» και να προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα με το βλέμμα που μας αναλογεί. Οφείλουμε να σταματήσουμε να μιλάμε για τους συλλόγους και τους αγώνες μας αυταξιακά. Οι σύλλογοι υπάρχουν μέσα από τους αγώνες τους, δεν θα ανασυγκροτηθούν μόνοι τους. Εν τέλει, είναι κενό γράμμα να μιλάμε για συλλόγους και φοιτητικό κίνημα αν δε λέμε τι αγώνες θέλουμε να δώσουν οι σύλλογοι αυτοί. Επιδιώκουμε λοιπόν Ε.Α.Α.Κ που θα «ζυμώσουν» στους συλλόγους προτάσεις που δεν χωράνε σε καμία κυβερνητική συμφωνία, προετοιμάζοντάς τους για τις μάχες που μένουν να δοθούν. Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας λογικές συνεργασιών χωρίς αρχές, ειδικά όταν αυτές έρχονται να καλύψουν το κενό της πολιτικής απαντήσης στα σημερινά ερωτήματα, και να προτάξουμε τον αντικαπιταλιστικό, αντιδιαχειριστικό, αντισυστημικό χαρακτήρα των σχημάτων της Ε.Α.Α.Κ. Επιδιώκουμε σχήματα που έχουν καθημερινή παρουσία και παρέμβαση, προσπαθώντας να οργανώσουν τις καθημερινές διεκδικήσεις, να είναι ενεργό κομμάτι του ταξικού κινήματος μέσα και έξω από τις σχολές, και να είναι αυτά που εν τέλει υλοποιούν ένα ασυμβίβαστο αντικαπιταλιστικό σχέδιο. Όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, το χρέος των σχημάτων δεν είναι να ρίχνουν τον πήχη, αλλά να τον ανεβάζουν. Το κίνημα πρέπει να έχει ανάγκη τα Ε.Α.Α.Κ, και όχι τα Ε.Α.Α.Κ το κίνημα. Γι’ αυτό από σήμερα κιόλας, να κάνουμε τις τομές που μας αναλογούν! 

Λέσχη Σπάρτακος: Το κίνημα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων.

5:58 μ.μ.



Το κίνημα χειραφέτησης της μαύρης κοινότητας των ΗΠΑ αποτελεί δομικό στοιχείο της συνολικότερης μάχης για την χειραφέτηση των αμερικάνων καταπιεσμένων. Από τις εξεγέρσεις των σκλάβων του 19ου αιώνα, την σύνδεση με το κομμουνιστικό κίνημα πριν από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, το κίνημα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της δεκαετίας του '50 και του '60, τους μαύρους πάνθηρες και το σήμερα, το ερώτημα παραμένει ζωντανό και αναπάντητο.

Για την περιγραφή του αγώνα μέχρι τώρα αλλά και την πλήρη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο πλαισιώνουμε το εθνοτικό ζήτημα με το συνολικότερο θα χρησιμοποιηθεί οπτικοακουστικό υλικό από συνεντεύξεις στο διαδίκτυο αλλά και αποσπάσματα από τις ταινίες Black Panthes : The Vanguard of the Revolution(2015) και I Am Not Your Negro (2016).

Εισήγηση από τον Κλεάνθη Αντωνίου.

Ανακοίνωση για τα γεγονότα του διημέρου ΕΑΑΚ και τη συνέχεια του μορφώματος

12:01 μ.μ.
Μετά την ολοκλήρωση του διήμερου συντονιστικού των σχημάτων ΕΑΑΚ, ήρθαμε ένα βήμα πιο κοντά στη διάλυση του μορφώματος. Στην πραγματικότητα ήρθαμε αντιμέτωποι/ες με μια διαδικασία που δεν είχε να κάνει ούτε με τα πραγματικά επίδικα, ούτε με μια υγιή -και απαραίτητη- αντιπαράθεση για τον τρόπο με τον οποίο θα αναζητήσουμε και εν τέλει θα αναδείξουμε τις ανάγκες του φοιτητικού κινήματος. Οι διαδικασίες των ΕΑΑΚ εδώ και καιρό, είτε πρόκειται για συντονισμό πόλης είτε είναι πανελλαδικού χαρακτήρα, έχουν μεγάλο έλλειμμα στον τρόπο που αντιπαρατίθενται και αναζητούν ένα συγκροτημένο σχέδιο. Τα γεγονότα λοιπόν της τελευταίας διαδικασίας ήταν μια συνέχεια και μια όξυνση των αλλεπάλληλων αποστεωμένων διαδικασιών, με αποτέλεσμα η ιδεολογική αντιπαράθεση να δώσει την θέση της στην οργανωτική.

Για εμάς, τα μέσα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν έχουν να κάνουν με το πόσο οξύθυμα ή αδικημένα νιώθουν τα μέλη τους. Για εμάς τα μέσα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστικές οργανώσεις είναι συνδεδεμένα διαλεκτικά με τον σκοπό τους, την απελευθέρωση από τα δεσμά του καπιταλισμού. Από τη μεριά μας καταδικάζουμε απερίφραστα τις πρακτικές που διαλύουν το μόρφωμα. Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο απαγορεύουν την αντιπαράθεση, αλλά ταυτόχρονα εμποδίζουν την επικοινωνία και τον συντονισμό των σχημάτων, μας αποξενώνουν από τις διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος και, ως εκ τούτου, μας μετατρέπουν σε μόρφωμα που δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε αυτό.

To πολιτικό σκεπτικό πάνω στο οποίο βασίζονται οι πρακτικές του διημέρου -και της συνέχειας που δόθηκε σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα- έχει να κάνει με τη διαφορετική στρατηγική στόχευση, η οποία έχει δημιουργήσει και την απόσταση σε επίπεδο τακτικής. Τα τελευταία δύο χρόνια, η βίαιη συστράτευση του ΣΥΡΙΖΑ με την παραδοσιακή αστική πολιτική και η ηττοπάθεια που αυτή η κίνηση έφερε στο εργατικό κίνημα έχουν με τη σειρά τους εγκλωβίσει τα κομμάτια της ριζοσπαστικής αριστεράς που δεν καταφέρανε να ορθώσουν ένα αντιπρόταγμα  προκειμένου να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση. Με έναν τέτοιο τρόπο εξηγείται η ταχεία πολιτική μετατόπιση που παρατηρήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια, που έφερε στο αμφιθέατρο ΕΑΑΚ την πρόταση για στήριξη του «νομοσχεδίου Μπαλτά», εισήγαγε στάση απάθειας απέναντι στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο την άνοιξη του 2016, αλλά και μια σθεναρή αντίσταση στη στήριξη πολλών κινητοποιήσεων όλο αυτό το διάστημα. Σαν συνέχεια αυτού του κλίματος και η διαφορετική στάση στο δρόμο, με την διαφωνία για τις προσυγκεντρώσεις των απεργιακών κινητοποιήσεων να μεταφέρεται για πρώτη φορά, την τελευταία περίοδο, στην πράξη, με ένα κομμάτι σχημάτων να στηρίζει το κάλεσμα της ΓΣΕΕ, φέρνει την διαίρεση της ενιαίας έκφρασης του φοιτητικού κινήματος στο δρόμο.  

Αυτοί είναι λοιπόν οι λόγοι που μας έφεραν μπροστά σε αυτά τα γεγονότα, και όχι οι σεξιστικές επιθέσεις σε συντρόφισσες –όπως υποστηρίχτηκε. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο αντισεξισμός είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που παρουσιάστηκε, γι’ αυτό και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καλύψει πολιτικές πρακτικές και να τις δικαιολογήσει, πόσο μάλλον όταν χρησιμοποιείται λανθασμένα από όλες τις φωνές που ακούστηκαν. Γυναίκες που παίρνουν την απόφαση να εμπλακούν ενεργά στο  κίνημα δεν μπορούν να θυματοποιούνται, ούτε να εξισώνονται με τις γυναίκες που «τρώνε ξύλο από τον άντρα τους». Αν θέλουμε γυναίκες μέσα στα σχήματα, αν θέλουμε γυναίκες στην περιφρούρηση, αν θέλουμε γυναίκες στο Κομπάνι, οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα πολύ πιο αναβαθισμένα, επιδιώκοντας την εμπλοκή τους σε όλες τις διαδικασίες του κινήματος και άρα των σχημάτων ΕΑΑΚ. Από κει και πέρα, αν υπάρχουν προβλήματα στις διαδικασίες και τις πρακτικές των ΕΑΑΚ, να τις αντιμετωπίζουμε όπως προαναφέρθηκε, και όχι ως ενδοοικογενειακή βία.

Πέρα όμως από την αντικειμενική απόσταση που δημιουργήθηκε με τις οργανώσεις που επέλεξαν ένα διαφορετικό σχέδιο, αυτή τη στιγμή είναι δεδομένη και μια σύγχυση στις δυνάμεις που διαδίδουν ακόμη την χρησιμότητα και την σημασία του αντικαπιταλισμού. Η υποταγή του περιεχομένου της πολιτικής αντιπαράθεσης στο όνομα της ενότητας είναι ένα πρόβλημα που διαχρονικά αντιμετωπίζαμε σε αυτόν τον χώρο. Η πιο σύγχρονη εικόνα του πόσο υποτάσσεται η πολιτική αντιπαράθεση στην μετωπική πολιτική παίρνει μια πιο ευκαιριακή απόχρωση. Η εικόνα του διημέρου περιλάμβανε μια μερίδα του αμφιθεάτρου που αντιμετώπισε πανηγυρικά την διαδικασία, με την δικαιολόγηση ότι διασφαλίστηκε η ομαλή διεξαγωγή και τυπικά ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Αν όμως ορίζουμε τα συντονιστικά ως διαδικασίες  κινηματικού σχεδιασμού, είναι ένα ερώτημα το αν όντως ολοκληρώθηκε. Αυτή η αντιμετώπιση φέρει τεράστια ευθύνη για την έξαρση βίας τις επόμενες μέρες. Ήταν βέβαιο ότι οι διαφωνίες που δεν λύνονται πολιτικά σε μια τέτοια περίοδο πόλωσης, πόσο μάλλον έχοντας έμπρακτα παραδείγματα για αυτό, θα οδηγούσαν στις κατακριτέες συμπεριφορές των επόμενων ημερών. Η πολιτική ευθύνη πέφτει ειδικά και στις δυνάμεις που κρατήσανε στάση ανοχής, η θέση των οποίων κρίθηκε σύντομα κοντόφθαλμη.

Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση πρέπει να συνεδριάζει τακτικά υπό συνθήκες που επιτρέπουν την γόνιμη αντιπαράθεση. Οποιαδήποτε πρακτική υποβιβάζει την αξία της διεξαγωγής της διαδικασίας σε κάτι κατώτερο από την αξία της καθαρής υλοποίησης της γραμμής μιας ορισμένης μερίδας ή οργάνωσης, ακόμα και αν αυτό σημαίνει διάλυση της διαδικασίας, δεν έχει αναφορά στο κίνημα. Δυστυχώς, τα γεγονότα του διημέρου είναι μια μικρογραφία της συμπεριφοράς των ίδιων οργανώσεων λίγα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της εσωτερικής συζήτησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η ΑΡΑΝ και η ΑΡΑΣ έχουν πάρει την επιλογή να εμπλέκονται παράλληλα σε ένα άλλο μέτωπο, ενώ από την μεριά του ΝΑΡ παρατηρείται μια εξαιρετική ανοχή στην συμπεριφορά τους. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή η στάση κατέληξε να δίνει το ελεύθερο να αποχωρήσουν με τους δικούς τους όρους, όταν η αλλαγή του πολιτικού χάρτη αναδιάταξε τον χώρο της αριστεράς και βρέθηκε κάποιος πιο ανάλογος της κεντρικής τους κατεύθυνσης σύμμαχος. Η διαφορά μεταξύ της εσωτερικής κουβέντας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των ΕΑΑΚ είναι ότι στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει μια πολύ πιο έντονη κοινωνική λογοδοσία, που δεν επιτρέπει στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις να πάρουν τόσο άσχημη τροπή, κάτι που ήταν πάντα το υστέρημα του φοιτητικού κινήματος.

Πρέπει να υπάρξει αποφασιστική τομή. Σκληρή πολιτική αντιπαράθεση για τα γεγονότα, την πολιτική τους προέλευση, την λαθροχειρία πολιτικών όρων, την υποδούλωση της πολιτικής γραμμής στην μικροπολιτική. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης και την αποσταθεροποίηση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό χρειαζόμαστε ένα στιβαρό μόρφωμα, με σεβασμό στις διαδικασίες του και στον εσωτερικό του διάλογο, έτοιμο να διαρρήξει την ησυχία γύρω μας, έτοιμο να διαβάλλει τον κοινωνικό συμβιβασμό. Στον βαθμό που αυτή η πολιτική αντιπαράθεση δεν ανοίγει στα σχήματα και τα συντονιστικά με ειλικρινείς όρους, αυτή θα συνεχίσει να εκφράζεται είτε οργανωτικά, είτε με τη συνέχιση της πορείας διάλυσης και αδρανοποίησης του μορφώματος. Δεν μπορούμε να τρέφουμε αυταπάτες για το τι έγινε στο τελευταίο διήμερο. Δεν διασφαλίστηκε η ύπαρξη του. Το μόνο που απετράπη, για ακόμα μία φορά, ήταν η τοποθέτηση των ζητημάτων που μας ταλανίζουν στην πραγματική τους βάση. 

Από το Blogger.